Η επίσκεψη στην Κίσαμο είναι μοναδική εμπειρία. Η γνωριμία με την επαρχία δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζεστό και φωτεινό ήλιο, την κρυστάλλινη θάλασσα, τα φαράγγια, την παρθένα γη, την μεγάλη χρονική διάρκεια διακοπών σας στην περιοχή. Η γνωριμία με την επαρχία Κισάμου είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στην μακραίωνη ιστορία της, τον πολιτισμό, την παράδοση, τα ήθη και έθιμα, την φιλόξενη ψυχή των ανθρώπων της....Όσοι δεν μπορείτε να το ζήσετε... απλά κάντε μια βόλτα στο ιστολόγιο αυτό και αφήστε την φαντασία σας να σας πάει εκεί που πρέπει...μην φοβάστε έχετε οδηγό.... τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες του καταπληκτικού Ανυφαντή.






Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΦΟΡΜΗ....

Οι πιο πολύτιμες και σπουδαίες μνήμες είναι εκείνες των παιδικών μας χρόνων. Τα παραμύθια που κρατάμε στην καρδιά μας ακόμα σαν ισόβιο φυλακτό, έχουν να κάνουν με θρύλους και δοξασίες, με μια αυστηρότητα και μια αγιοσύνη που σήμερα χάνεται λίγο λίγο ανεπιστρεπτί ...
Έχουν μέσα τους μυρωδιά από κατηφέ, από νυχτολούλουδα, από βασιλικό. Έχουν μέσα στα λόγια τους, προτροπές και παραινέσεις: "Να μην..." και "Να θυμάσαι πώς..."  
Θυμάμαι λοιπόν ακόμα, κι ας έχουν περάσει κάμποσα χρόνια, να μου λένε παραμύθια και ιστορίες για τον Άγιο Ιωάννη τον Ριγολόγο, τον αρχηγό του Αγγελικού τάγματος και όλης της μοναχικής πολιτείας. Για την κεφαλή του, που ζήτησε η Σαλώμη. Για το αίμα του, που έβαψε τα φρούτα μαύρα: σύκο και σταφύλι, και τέτοια μέρα λέει, δεν κάνει να δοκιμάσουμε. Το ψωμί που σήμερα το κόβουμε με το χέρι και δεν ακουμπάμε μαχαίρι επ' ουδενί. Για εκείνον τον χωριανό, που δεν άφησε την γυναίκα του να ζυμώσει τους άρτους και τον σκότωσε το ήρεμο και πιστό άλογο του, ή για έναν ακόμα άντρα σκληροτράχηλο, που τον έπιασαν ρίγη και πυρετός βαρύς γιατί δεν τήρησε την νηστεία της ημέρας.... 
Θυμάμαι να πηγαίνω από την αγκαλιά της μάνας μου κιόλας, μωρό, μέχρι σήμερα σε εκείνο το ξωκλήσι, το πιο ταπεινό που επισκέφτηκα ποτέ μου... Σπηλιάρι κατανυκτικό, απόκοσμο σχεδόν, μακριά από όλους και όλα, στην γη των παππούδων και του πατέρα μου... Στη γη που με αγάπη και κόπο, καλλιεργούν τόσα κι άλλα τόσα χρόνια τις πλούσιες ελιές τους... Θυμάμαι να λένε πως από τον προπάππο μου ακόμα, τον περήφανο κι αυστηρό Ξηρούχη που αγαπούσε την Φασκομηλιά του και ήθελε την Κρήτη λεύτερη, ως και σήμερα, τέσσερις γενιές άντρες στην οικογένειά μου, παππούς-πατέρας-και αδελφός, Ξενοφών και Γιώργης,  Γιώργης και Ξενοφών, ταγμένοι στην χάρη του Αη Γιάννη του Ριγολόγου, δεν έχουν λείψει ούτε ένα χρόνο, προσφέροντας αυτά που η μέρα και η παράδοση απαιτεί: κρασί, ψωμί,  ελιές και κουκιά. Σχεδόν 200 χρόνια τώρα, όχι γιατί το ζητάει κάνεις, μα γιατί το θέλουν οι ψυχές μας! Από τα χείλη του πατέρα μου, ακούω σαν σήμερα, κάθε χρόνο: "χρόνια πολλά! Να χαίρεστε..."Πόσο σπουδαίο είναι τελικά, να σου λέει κάποιος: να χαίρεστε; Να χαίρεστε μωρέ... Ότι έχει ο καθένας μας, ότι αγαπά, ότι πιστεύει.... 
Ο τόπος και οι άνθρωποι δίνουν την μεγαλοσύνη σε ένα μέρος.  Ούτε τα τάματα,  ούτε τα μεγάλα λόγια των παπάδων, ούτε οι αρχιερατικές λειτουργίες και τα πλουμιστά άμφια. Η κατάνυξη είναι έννοια βαθιά και παντοδύναμη,  κι η απλότητα προσδίδει το βάθος και την ιερότητα στην μέρα και την γιορτή. Όπως και να έχει, να μην ξεχνάμε τις ρίζες μας... Να βγουν κι άλλα φυντάνια, να ανθίζει η κάθε μέρα σαν ρόδο εκατόφυλλο... Κάποιες παραδόσεις, είναι λόγος και αφορμή να γυρνάμε πάντα εκεί που ξεκίνησαν όλα... 
Χρόνια πολλά, να χαίρεστε....
Στέλλα Ξ. Καρτάκη

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ

Τα χρυσά νομίσματα της Τρίλιρου (Τρία Αλώνια)
Του Βασίλη Χαρωνίτη
.....μια βολά, πάνε πολλοί χρόνοι, εγύριζεν ένας απού τα Χανιά στο χωριό ντου κι έτυχε να περνά από εκεινονά τον τόπο. Ήτανε σκοτεινή νύχτα κι έκανε κατακλυσμό.Ο Κακομοίρης, ο νυχτομπάτης ολόγρος απού τη βροχή εξάνοιγε να μην χάσει τον δρόμο ντου κι επροπάθειε σιγά. Μια στιγμή είδε ένα μπράμα σαν την φωθιά κι αποστάθηκε.
-Ίντα ναι τοτονέ; είπε μέσα ντου. Μπορεί ν ανάφτει φωθιά με τέθοια κακοκαιριά;
Σιμώνει κοντύτερα κι είντα να ιδεί; Ένα σκίσμα τση γης γεμάτο φλουριά που λάμπανε σαν φωθιά!
Ώστε να τα δει, απόμεινε! ...μα δεν τα' χασε. Εκάρφωξε στο χώμα την βέργα ντου για σημάδι κι ύστερα, χωρίς ν' αγγίξει τα φλουριά, έβαλε πάλι ομπρός του το δρόμο για το χωριό ντου. Άμα έφταξε εξύπνησε τσι χωριανούς, τως είπε τα όσα είδε και τσι οδήγησε να πάρουνε τα πλούτη.
Όντες εφτάξανε η βροχή ήτανε σταματημένη, μα σκίσμα στο χώμα δεν εφαίνουντονε. Η βέργα ήτανε πεσμένη κατάχαμα κι άλλο σημάδι δεν υπήρχε.
- Γη εσφαντάχτηκεςμ γή εγέλασες μας, του 'πανε στεναχωρημένοι.
- Μα την ημέρα που θα ξημερώσει δεν εσφαντάχτηκα και δε σασε γέλασα Είδα τα φλουριά και φέγγανε σαν την φωθιά.
- Ε αφού τα δες να σκάψουμε να τα βρούμε, τ' ανταποκρίθηκαν.
Με σκαλίδες που βαστούσανε αρχίξανε και σκάφτανε και σκάφτανε κοντά και γύρω και παραπέρα απού την πεσμένη βέργα, μα πράμα. Άδικος κόπος! Μαύρα, κατάμαυρα κάρβουνα ήτανε τα φλουριά που βγάζανε....

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

...τον καιρό που ετυραννιούσανε τσ' ανθρώπους μας οι κουρσάροι εσιμώσανε τα καράβια ντως στον Άι Σώστη, όθεν τη Γραμπούσα, σε τόπο που κιανείς δεν εμπόρειε να τσι δει.
 Άμα ενύχτωσε, τα φέρανε κοντύτερα στο χωριό και τ΄αράξανε σε μιαν περιοχή που τηνε λένε Παχειά άμμο, χωρίς να τσι καταλάβουνε οι δικοί μας.
 Με το σινιάλο του αρχηγού εχυθήκανε στο χωριό και αρχίξανε το διαγούμισμα. Οι κακομήρηδες οι Χρισθιανοί επιαστήκανε στον ύπνο και δεν εγλίτωσε κιανείς τωνε. Με βούρδουλα τσι βγάλανε απού τα σπίθια ντωνε και τσι λαλούσανε σαν τα πρόβατα. Εμαντρίανε τζι στα καράβια και τσι στοιβάξανε σαν τσι σαρδέλες. Ύστερα εσηκώσανε τσ' άγκυρες και πήρανε δρόμο... 
Μα ένα καράβι δεν εξεκίνα! Εβάλανε τα δυνατά ντως ώρα πολλή, μα πράμα. Τάξε πως είχε ρίζες και δεν εκούνιε το παντέρμο.
Ο καπετάνιος, σαν είδε κι απόειδε, εστράφηκε στς αιχμαλώτους και των έκαμε νόημα να ησυχάσουνε.
-Ποιος φταίει μωρέ, και δεν σαλεύγει το καράβι; Εντά 'χετε καμωμένο.
-Ώφου η κακομοίρα, κι άφηκα το κοπέλι μου στο χωριό!! ακούστηκε μέσα στο κλάμα η ξεψυχισμένη φωνή μιας γυναίκας.
- Επαραίτησες, μωρή το κοπέλι σου; Χάσου απού τα μάθια μου, σκύλα. και με τα ίδια ντου τα χέρια την έβγαλεν όξω!
Τότε σας μόνο, άμα δηλαδή η μάνα επάτησε στο χώμα, το καράβι με το φορτίο ντου εξεκίνησε....
Βασίλης Χαρωνίτης

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

...ο κισαμίτικος λαός, πάππου προς πάππου λογάριαζε και έδειχνε σεβασμό στην πολιτιστική κληρονομιά, για να μην τα ξεχάσει λοιπόν όλα αυτά τα 'δεσε με γοητευτικούς θρύλους.
                          Φώτο Μελάκης Νίκος
...μια βολά τ΄απόσπασμα που εκυνήγαν , οθε τα Ροδοπού, ένα φυγόδικο, έφτασε στο Γκιώνα. Ήτονε κακοκαιριά κι οι κακομοίρηδες οι χωροφυλάκοι, βρεγμένοι και παγωμένοι, εμπήκανε στο ξωμονάστηρο του Αι Γιάννη.
Ωστόσο, έπαψε η βροχή και σκεφτήκανε ν' αναψουνε φωθιά, όξω στην αυλή, να ζεσταθούνε και να στεγνώξουνε.
Αναμαζώξανε ότι στεγνό χαρτί τους ήταν αχρείαστο, φέρανε και μερικά ξερόκλαδα κι άναψ΄ η φωθιά. Γύρω τζη εσιμώσανε όλοι κι επυρώνουντονε. Μιας κοπανιάς, σηκώνετ' ένας, κάνει μια βόλτα, μαζώνει ένα μεγάλο δεμάτι ξύλα και γλακιστός το' φερε να το ρίξει πάνω στη φλόγα.
-Μη μωρέ, για θα καεί ο πλάτανος του Αγίου! του φωνάξανε.
- Τον πλάτανο θα ξανοίξομε γη τον απατό μας, απου δεν έχομε στεγνή κλωστή;
Μα ως εσίμωξε να ρίξει το δεμάτι στην φωτιά, ελιγώθηκε και έπεσε χάμαι.
Ως τον είδανε οι σύντρόφοι ντου πεσμένο, εζοριστήκανε ασκημα. Τα γιατροσόφια που κατέχανε δεν επιάνανε τόπο. Εφοβηθήκανε πως θελα ποθάνει!
Ευτυχώς και τσι φώτισε ο Άι Γιάννης και πήρανε την εικόνα ντου και την ακουμπήσανε στο μπέτη του χωροφύλακα....Ετσά εξελιγώθηκε.
Βασίλης Χαρωνίτης

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Τίποτα δεν είναι πιο ζωντανό και ζωοποιό από τον αέρα και το νερό στην Κρήτη είχε πει ο Πωλ Φωρ.
Όποιος θα έφερνε γρηγορότερα το νερό στα Φαλάσαρνα θα ήταν και ο νικητής, σύμφωνα με τον θρύλο που διασώζεται.
...Την βασιλοπούλα τση Φαλάσαρνας πολλοί τηνε ρεχτήκανε και πέψανε προξενητάδες, μα ο πατέρας τση και βασιλιάς δεν αποφάσιζε να τηνε παντρέψει. Είναι μικρή ακόμη, έλεγε
Στο ύστερο σαν ήρθανε τα ίδια βασιλόπουλα τση Κισαμος τση Πολυρρήνιας, και τηνε ζητήσανε, κάλεσε τη δωδεκάδα του να πάρει βουλή ίντα να πράξει. 
- Δώσ' τηνε πολυχρονεμένε, σ΄ενα απού τσι δυό. Συφέρο μας είναι να συμπεθεριάσουμε γή με τον ένα γη με τον άλλο, του' πανε.
Ο βασιλιάς είδε πως είχανε δίκιο και κάλεσε τα βασιλόπουλα
-Όποιος γενεί γαμπρός μου, των είπε πρέπει να τ' αξίζει.
-Βάλε μας να σου δείξουμε τη δύναμη μας, τ αναταποκρίθηκαν.
-Η πολιτεία μου δεν έχει νερό. Πηγές υπάρχουνε πέρα στσι μακρυνούς λόφους. Όποιος είναι άξιος και μπορέσει να μας το φέρει γρηγορότερα,αυτός θα πάρει την βασιλοπούλα γυναίκα ντου.
 Τα βασιλόπουλα, καθαένα με τσι δικούς ντου, ριχτήκανε στην δουλειά. Ο συναγωνισμός ήταν φοβερός! Μα ο Κισαμίτης πρίγκιπας φάνηκε εξυπνότερος και βγήκε κερδισμένος!! Έπιασε το νερό απο την μάνα και με πήλινους σωλήνες το κατέβασε από το βουνό πλάι-πλάι και το έφερε στα Φαλάσαρνα πρώτος.....


Όσο κι αν είναι θρύλος καταγεγραμμένος από τον μετρ του είδους, Βασίλη Χαρωνίτη εντούτοις δεν παύει να είναι ολίγον αληθινή η ιστορία σχετικά με το νερό μιας και από τους πρόποδες του προφήτη Ηλία υπάρχει Ρωμαϊκό υδραγωγείο που με πήλινες σωλήνες ακόμα και σήμερα έρχεται στο πλάι από το βουνό περνώντας μάλιστα ένα νερόμυλο (καλοδιατηρημένο) και φτάνει στον κάμπο των Φαλασάρνων. Πάντως και εδώ στο θρύλο του Χαρωνίτη, η Κίσαμος γράφεται με ένα σ.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ

Στην εποχή των Γραμπουσιανών (1825-1830) μια ομάδα Γραμπουσιανων πέρασαν μια νύκτα από το σπίτι του περβολιανού (Περιβόλια Ιναχωρίου) Χαμπουδογιώργη. Αυτός είχε τέσσερις θυγατέρες της παντρειάς. Ένας Σπυριδακης από το Γαλατά έκλεψε την μια -την Ελένη- για γυναίκα του. Έζησαν λίγο καιρό μαζί αφού σε κάποια συμπλοκή με τους Τούρκους σκοτώθηκε ο Σπυριδάκης και η Ελένη ξαναγύρισε στο σπίτι του πατέρα της.
Ο γέρο Χαμπουδογιώργης συμβουλεύτηκε -λένε- τον συγγενή του και πρόκριτο του χωριού Αναγνώστη Παπαγιαννάκη και αποφάσισαν να πάει ο ίδιος να αναφέρει στον Αγά το συμβάν ότι δηλαδή του έκλεψαν την κόρη οι Γραμπουσιανοί. Πήγε λοιπόν ο δύστυχος πατέρας το ανέφερε άλλα ο σκληρός Ζερ Αγάς που είχε τότε την έδρα του στο μισοκτισμένο ενετικό πύργο στο Κεφάλι διέταξε τον ραβδούχο του να τον δείρει μέχρι θανάτου, φώναζε ο χριστιανός μην με σκοτώσεις Αγά μου ξέρω επτά τέχνες να σου δουλεύω μέχρι να ζω -τίποτε- τέλος τον αποκεφάλισε. Ακόμα και σήμερα στους άγριους ανθρώπους λένε την ρήση "Ζερής έγινες μωρέ;"
Μετά από καιρό οι Γραμπουσιανοι έστησαν ενέδρα στο χωριό Τζιτζιφιά όπου ο Ζερ Αγάς πήγαινε για κυνήγι. Για κακή τους τύχη όμως δεν πήγε ο ίδιος μα έστειλε λένε τους κυνηγούς του. Στην ενέδρα οι Γραμπουσιανοι σκότωσαν βέβαια τους κυνηγούς κι άφησαν μονό ένα μικρό παιδί που γύρισε πίσω και έφερε το νέο νέας συμφορά όμως. Οι Τούρκοι έκαψαν τότε όλο το χωριό Τζιτζιφιά που είχε λένε τότε 70 άνδρες του μεσοδοκιού (του ντουφεκιού) "70 κεφαλοχάρατσα"!