Η επίσκεψη στην Κίσαμο είναι μοναδική εμπειρία. Η γνωριμία με την επαρχία δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζεστό και φωτεινό ήλιο, την κρυστάλλινη θάλασσα, τα φαράγγια, την παρθένα γη, την μεγάλη χρονική διάρκεια διακοπών σας στην περιοχή. Η γνωριμία με την επαρχία Κισάμου είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στην μακραίωνη ιστορία της, τον πολιτισμό, την παράδοση, τα ήθη και έθιμα, την φιλόξενη ψυχή των ανθρώπων της....Όσοι δεν μπορείτε να το ζήσετε... απλά κάντε μια βόλτα στο ιστολόγιο αυτό και αφήστε την φαντασία σας να σας πάει εκεί που πρέπει...μην φοβάστε έχετε οδηγό.... τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες του καταπληκτικού Ανυφαντή.

.

.

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ....


...... και η Κίσαμος μέσα από ιστορικές πηγές και μαρτυρίες.
Γράφει ο Αντώνης Σπανουδάκης

Εκπαιδευτικός Διευθυντής 3ου Δημοτικού Κισάμου
Όλη η Κρήτη, όλοι οι Κρητικοί, αυτή την περίοδο γυρίζουν ή πρέπει να γυρίσουν το χρόνο πίσω. Πίσω, ακριβώς εκατό χρόνια. Να θυμηθούν τους αγώνες και την προσπάθεια εκείνων των ανθρώπων που παραμερίζοντας οτιδήποτε, αφιερώθηκαν στην ελευθερία και την ένωση της Κρήτης με τη μητέρα Ελλάδα. Και ήταν πάρα πολλοί αυτοί που αγωνίστηκαν. Γνωστοί και άγνωστοι. Όμως αυτόν που δικαιολογημένα δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε και που πρέπει να θυμόμαστε, να τιμούμε πιο συχνά και όχι μόνο επετειακά, είναι αναμφισβήτητα ο  Εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος, σχετικά με τον οποίο όπως αναφέρει κορυφαίος αρθρογράφος μεγάλης αθηναϊκής εφημερίδας «…θα πρέπει και μάλιστα επειγόντως να διαμορφωθεί, με σαφήνεια και ρεαλισμό, μια ενδεχομένως νέα και πάντως σε βάθος χρόνου εθνική στρατηγική για την οποία καλούνται οι Έλληνες πολιτικοί να ανατρέξουν στα διδάγματα του». Γιατί ήταν, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος στις λεπτομέρειες της πολιτικής του, ένας άνθρωπος με αρχές, ιδέες, οράματα, φιλοδοξίες και πάνω απ’ όλα γνήσια αγάπη για την Κρήτη και την Ελλάδα. 
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε κατά κοινή ομολογία ο μεγαλύτερος πολιτικός της νεότερης Ελλάδας, αν εξαιρέσουμε τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ήταν γιος του Κυριάκου Βενιζέλου και της Στυλιανής, το γένος Πλουμιδάκη. Γεννήθηκε στις Μουρνιές των Χανίων στις 23 Αυγούστου 1864, δύο χρόνια πριν από την τρομερή επανάσταση του 1866. 
Ο πατέρας του ήταν από τους ηγέτες της Κρητικής επανάστασης που μετά την αποτυχία της κατέφυγε με την οικογένειά του στη Σύρο έως το 1872, όπου εκεί ο Ελευθέριος πήρε τα πρώτα μαθήματα στο Δημοτικό σχολείο της Ερμούπολης και κατόπιν συνέχισε στα Χανιά. Το 1877 γράφτηκε στο φημισμένο ........
.... εκπαιδευτήριο Αντωνιάδη στην Αθήνα και τέλος, το 1880, απεφοίτησε από το Γυμνάσιο της Σύρου, με άριστα.
Ο Γεώργιος Ζυγομαλιάς, πρόξενος της Ελλάδας στα Χανιά, που είχε διακρίνει από νωρίς κάτι εξαιρετικό στο νεαρό Βενιζέλο, κατάφερε να πείσει τον πατέρα του Κυριάκο, λέγοντάς του «…Δεν έχετε δικαίωμα, κύριε Κυριάκο, να κρατείτε δεσμώτη έναν εξαιρετικό Έλληνα, που είναι προορισμένος για κάτι ανώτερο από το εμπόριο…» και τον έπεισε λοιπόν να τον στείλει στην Αθήνα για σπουδές από όπου και πήρε το δίπλωμά του το 1886, για να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου στα Χανιά. Παράλληλα μελετούσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα πολιτεύματα και τις πολιτικές ιδέες της Δυτικής Ευρώπης αλλά και την πολιτική σοφία των αρχαίων Ελλήνων.
Από το 1879, πριν αναμειχθεί με την πολιτική ο Ελευθέριος Βενιζέλος και μετά την ψήφιση του πρώτου δημοτικού νόμου από την Κρητική συνέλευση η οποία πήρε την έγκριση της Τουρκικής διοίκησης, δημιουργήθηκαν οι πρώτοι 86 δήμοι της Κρήτης. Έχει ιστορική αξία να αναφέρουμε τους πρώτους έξι δήμους στους οποίους διαιρούνταν τότε η επαρχία Κισάμου, όπως ακριβώς αναγράφονται στο δημοτικό νόμο. Όλοι έχουν έδρα το «ομώνυμον χωρίον» εκτός από το Καστέλλι που έχει «έδραν την ομώνυμον κωμόπολιν». Αυτοί είναι: Δήμος Σπηλιάς, Δήμος Βουκολιών (Δρομόνερου), Δήμος Πανεθύμου, Δήμος Καστελλίου, Δήμος Μεσογείων, Δήμος των Εννέα Χωρίων.
Στις 5 Νοεμβρίου 1886 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, δηλώνοντας στη «Νέα Εφημερίδα» ότι «πόθος του Κρητικού λαού είναι η Ένωση με την Ελλάδα και απορεί με τις δηλώσεις του Άγγλου επισήμου» τολμάει να αντικρούσει τον αντιπρόσωπο της αγγλικής κυβέρνησης Τσάμπερλεν και τις κυνικότατες δηλώσεις του, ότι δηλαδή οι Κρήτες δε ζητούν ένωση με την Ελλάδα.
Το 1889 οι Τούρκοι παραβίασαν τη συνθήκη της Χαλέπας καταργώντας τα χορηγημένα προνόμια και τότε οι Κρήτες έπιασαν πάλι τα άρματα. Στη φάση αυτή ο  Ελευθέριος Βενιζέλος, εκλέχθηκε το 1889 για πρώτη φορά βουλευτής Κυδωνιών σε ηλικία 25 χρονών
Στις 24 Ιανουαρίου του 1897 κι ενώ τα Χανιά καίγονταν, εκατό περίπου επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στ’ Ακρωτήρι, με την απόφαση να διεκδικήσουν με κάθε μέσο την ένωση. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος που, μετά από τα πρώτα γεγονότα, ξεχώρισε και αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων. Το 1898 λοιπόν, σε ηλικία 34 ετών, είχε περιβληθεί με αρχηγική αίγλη και ήταν απ’ τα κεντρικά πρόσωπα της Κρητικής πολιτικής σκηνής, δείχνοντας πως ήξερε να διακρίνει το εφικτό από το ποθητό και να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες της ιστορικής στιγμής.
Στα πλαίσια του συμβιβασμού το Δεκέμβριο του 1898 ήρθε στην αυτόνομη Κρήτη και ανέλαβε τη διακυβέρνησή της ως ύπατος αρμοστής ο πρίγκιπας Γεώργιος, γιος του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ . 
Στο έργο της συγκρότησης του νέου κράτους σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος, τον Απρίλιο του 1899, έγινε σύμβουλος (υπουργός) Δικαιοσύνης στην πρώτη κυβέρνηση του πρίγκιπα. Η σύντομη θητεία του στο Υπουργείο αυτό, ήταν παραγωγική και δημιουργική. 
Στην αρχή οι σχέσεις μεταξύ του Ύπατου Αρμοστή και του υπουργού του υπήρξαν στενές και η συνεργασία τους καλή. 
Οι διαφορετικές όμως θέσεις των δύο ανδρών στο χειρισμό του Κρητικού Ζητήματος, καθώς και η πολιτική φιλοσοφία του Βενιζέλου, βασισμένη σε φιλελεύθερες αρχές που συγκρουόταν με την αυταρχική πολιτική του πρίγκιπα, διεύρυναν περισσότερο το χάσμα μεταξύ τους. 
Αυτά προκάλεσαν το 1901, την αποπομπή του Βενιζέλου από την κυβέρνηση. Έκτοτε ο Κρητικός πολιτικός άσκησε οξύτατη αντιπολίτευση κατά του πριγκιπικού καθεστώτος, πάντα όμως στα πλαίσια της νομιμότητας.                                                                                                                 
Το 1905, μετά από όσα είχαν προηγηθεί, είχε ωριμάσει πλέον μεταξύ των παραγόντων της αντιπολίτευσης η αναγκαιότητα της επαναστατικής ρήξης με τον Πρίγκιπα Γεώργιο. Πριν φτάσει ωστόσο ως εκεί, ο Βενιζέλος έκανε μία ύστατη προσπάθεια για συνδιαλλαγή με το παλάτι.
Το Μάη του 1904 σύστησε επιτροπή που έγινε δεκτή από τον Πρίγκιπα για να του επιδώσει αναφορά σχετικά με την κατάσταση στην Κρήτη. Η επιτροπή, όπως αναφέρει ο Βασίλης Στρατής Χαιρέτης στην ιστορική μελέτη «Η επανάσταση του Θερίσου», αποτελούνταν από τους: Παπαγιαννάκη, Μανουσογιάννη, Καλογερή, Φούμη και Χατζηδάκη. 
Ο γέροντας Παπαγιαννάκης από τα Περβολάκια  Κισάμου είχε ασπαστεί από το 1904 τις θέσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου  για το θέμα της Κρήτης και της ένωσής της με την Ελλάδα. Το Μάρτιο του 1905 στο Θέρισο όταν συγκροτήθηκε η επαναστατική επιτροπή, πρόεδρος ανέλαβε ο Παπαγιαννάκης σε ηλικία 85 ετών. 
Η συνομιλία τους η οποία διεσώθη χάρη στο γιατρό Μουντάκη και μετέπειτα δήμαρχο Χανίων είναι η ακόλουθη: 
ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ: Έλα, μωρέ συ γέρο, να μου εξηγήσεις τι γράφει η αναφορά που μου έφερες.
ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Η αναφορά γράφει ότι δεν πηγαίνομεν καλά, ότι τα πράγματα της πατρίδος είναι θολά. Θα σας την αναπτύξει ο κ. Φούμης.
ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ: Και σαν δεν ξέρεις μωρέ τι γράφει η αναφορά γιατί να σε παρασύρει αυτός ο λαοπλάνος ο Φούμης, όστις δεν έχει ούτε πατριωτισμόν, ούτε σέβας, ούτε νουν;
ΦΟΥΜΗΣ: Μάθε Υψηλότατε, ότι δεν ήλθομεν εδώ δια να γίνωμεν θύματα των δεινών ύβρεων σας. Πρέπει να γνωρίζητε ότι ο κ. Παπαγιαννάκης ως γεροντότερος εξ ημών, ήλθεν όπως σας εγχειρήσει την αναφοράν της οποίας εγώ είμαι εντεταλμένος να σας αναπτύξω το περιεχόμενον. Αλλ’ ιδίως Υψηλότατε, μη λησμονείτε ότι ο κ. Παπαγιαννάκης υπήρξε Πρόεδρος της επαναστατικής συνελεύσεως και της προσωρινής Κυβερνήσεως της γιγαντομαχίας του 1866.
ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ: Σώπα μωρέ εσύ. Εσύ μου τα κάνεις αυτά. Αν έλειπες εσύ και ο παπάς Κελαϊδής ο αντεθνικός, ο Βενιζέλος δεν θα εσήκωνε κεφάλι.
ΦΟΥΜΗΣ: Ώστε είναι περιτό να καθήμεθα. 
ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ: Φύγε.     Φεύγουν όλοι.
ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ: Σταθείτε: Που πάτε; Δεν είπα εγώ να φύγετε όλοι. Είπα να φύγει μόνον ο Φούμης.
ΦΟΥΜΗΣ: Ημείς αποτελούμεν εν ενιαίον σύνολον και όταν φύγει ο εις, θα φύγομεν όλοι.
ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ: Εις εμέ οφείλετε την ελευθερίαν σας και πρέπει να έχητε την κεφαλήν κάτω.
ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Στρέφων τα νώτα του προς τον πρίγκηπα. Πηγαίνομεν, μας υβρίζει πάλιν. 
Ο πρίγκιπας έτσι έκλεισε τις πόρτες ερμητικά και απέκλεισε κάθε συνεννόηση. Δεν έμενε πλέον
άλλη διέξοδος από την επαναστατική κινητοποίηση. «Όπου η εξουσία αφαιρεί τας ελευθερίας του λαού, διά πραξικοπήματος ανοίγεται πλέον η νόμιμος οδός των επαναστάσεων και εκ της οδού ταύτης νικητής θα εξήρχετο ο υπέρ των ελευθεριών του αμυνόμενος λαός, συντρίβων ανηλεώς πάσαν εναντίαν δύναμιν……», έγραφε ο Βενιζέλος, στην περίφημη σειρά άρθρων του με τίτλο «Γεννηθήτω φως» στην εφημερίδα του, τον «Κήρυκα». 
Η δυσφορία για τον Αρμοστή μετά από αυτά μεγάλωσε και επήλθε σιγά σιγά η σύρραξη. Στις 31 Ιουλίου 1904 η Αντιπολίτευση, ο Βενιζέλος δηλαδή μαζί πρώην βουλευτές, κάλεσε το λαό να συγκεντρωθεί στο Καστέλι, στο Κολυμπάρι, στα Πλεμενιανά, στους Αρμένους και στη Χρυσοπηγή για να διακηρύξουν τον αναλλοίωτο πόθο για την Ένωση. Πράγματι οι οπαδοί της αντιπολίτευσης συγκεντρώθηκαν στη Χρυσοπηγή Κυδωνίας, στον Κουρνά και στους Αρμένους Αποκορώνου, στα Πλεμενιανά Σελίνου, στο Κολυμπάρι, στον Δραπανιά και στο Λούχι των Εννιά Χωριών της Κισάμου, και υπέγραψαν το ίδιο κείμενο λαοψηφίσματος. 
Το Μάρτιο του 1905, ο πρίγκιπας και οι Δυνάμεις πληροφορήθηκαν ότι ο Βενιζέλος ήταν για μία ακόμα φορά αρχηγός μίας ένοπλης επανάστασης, στο Θέρισο, στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, με στενούς συνεργάτες του τους Κωνσταντίνο Μάνο και Κωνσταντίνο Φούμη. Οι επαναστάτες κήρυξαν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα και αγνόησαν την απειλητική απαίτηση του πρίγκιπα να διαλυθούν. 
    Ύστερα από κατανυκτική δοξολογία στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, σε πάνδημο συλλαλητήριο και μετά από θερμή αγόρευση του Βενιζέλου, ψηφίσθηκε το παρακάτω ιστορικό Λαοψήφισμα: «Ο Κρητικός λαός, συνελθών εις πάνδημον συλλαλητήριον εν Θερίσω της Κυδωνίας σήμερον την 10η Μαρτίου 1905 κηρύττει ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ένωσιν μετά του Βασιλείου της Ελλάδος εις μίαν αδιαίρετον, ελευθέραν συνταγματικήν πολιτείαν».
     Το Λαοψήφισμα του Θερίσου διαβιβάσθηκε στην Κρητική Κυβέρνηση και στους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων στα Χανιά στις 12 Μαρτίου του 1905.
Στο σημείο αυτό έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε μέσα από το Πρωτόκολλο εισερχόμενης αλληλογραφίας της Επαναστατικής Συνέλευσης του Θερίσου, (11 Μαρτίου έως 18 Ιουνίου 1905), τις θέσεις που έλαβαν στο κίνημα οι τότε δήμοι της επαρχίας Κισάμου.
18 Μαρτίου 1905: Ψήφισμα της ενώσεως υπό των κατοίκων του Δήμου Δρομονέρου της επαρχίας Κισάμου. (Σημ. απεστάλη προς τους εν Χανίοις προξένους των δυνάμεων την 21η Μαρτίου. Έπονται 126 υπογραφαί)
18 Μαρτίου 1905: Ψήφισμα της ενώσεως του Δήμου Κολυμβαρίου Κισάμου. (Σημ. απεστάλη προς τους εν Χανίοις προξένους την 21η Μαρτίου. Έπονται 610 υπογραφαί)
21 Μαρτίου 1905: Ψήφισμα ενώσεως του Δήμου Καστελλίου της επαρχίας Κισάμου. (Σημ. απεστάλη την 28η Μαρτίου εις τον κ. Βενιζέλο). 
21 Μαρτίου 1905: Ψήφισμα ενώσεως των κατοίκων του Δήμου Μεσογείων Κισάμου. (αποστολή τη 28η Μαρτίου εις τον Βενιζέλο). 
21 Μαρτίου 1905: Ψήφισμα Πανεθύμου Κισάμου. (αποστολή τη 28η Μαρτίου επεδόθη εις τον κ. Βενιζέλο). 
31 Μαρτίου 1905: Ψήφισμα Ινναχωρίου Κισάμου
28 Απριλίου 1905: Ψήφισμα των Δήμων Καστελλίου και Μεσογείων δι’ ου επιδοκιμάζεται η πορεία της εν Θερίσσω επαναστατικής συνέλευσης.
28 Απριλίου 1905: Ψήφισμα του Δήμου Ινναχωρίου Κισσάμου περί εμμονής μέχρις εσχάτων εις τον Εθνικόν αγώνα και περί προσκλήσεως των βουλευτών προς συνεργασία μετά της επαναστάσεως.
14 Μαΐου 1905: Πάνδημον συλλαλητήριον του λαού της επαρχίας Κισάμου συνελθούντος εν Πανεθύμω την 22α Απριλίου 1905 εκδηλώσαντος την ακατάβλητον αυτού απόφασιν υπέρ της εμμονής εις την ένωσιν και την ευχήν της συνεργασίας της επαναστάσεως μετά της Βουλής.
Το Κίνημα του Θερίσου διήρκεσε μέχρι τον Οκτώβριο του 1905. Ο πρίγκιπας Γεώργιος αποχώρησε το 1906 και νέος Ύπατος Αρμοστής ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαϊμης. Η πολυπόθητη όμως ΄Ενωση της Κρήτης με την Ελλάδα θα αργούσε ακόμη εφτά χρόνια, αφού πραγματοποιήθηκε επισήμως την 1η Δεκεμβρίου 1913. 
Την περίοδο αυτή, δηλαδή από το 1900 ως το 1905, διαβάζοντας κανείς τα βιογραφικά των δημάρχων της Κρητικής Πολιτείας, που, είτε διορίστηκαν, από τον Πρίγκιπα Γεώργιο είτε όχι, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την παλικαριά και την τόλμη τους, την έντονη φιλοπατρία και το ακέραιο του χαρακτήρα τους. Ολιγογράμματοι σχεδόν στο σύνολό τους, προσέφεραν πολλά για τη λευτεριά της πατρίδας, πολεμώντας στην πρώτη γραμμή στις διάφορες επαναστάσεις. Κατόπιν ασχολήθηκαν και με τα κοινά,  όντας καταξιωμένοι στη συνείδηση των συμπατριωτών τους. Η εκλογή τους ή ο διορισμός τους στο δημαρχιακό αξίωμα, ήταν μια ηθική δικαίωση των πολύχρονων αγώνων τους. Παράλληλα όμως ο δημαρχιακός μισθός ήταν και μια ελάχιστη βοήθεια στην άθλια οικονομική κατάσταση των περισσοτέρων, που είχαν ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους στον εξοπλισμό και την συντήρηση των ένοπλων Σωμάτων τους.
Συνήθως, όλοι οι δήμαρχοι της περιόδου εκείνης ήταν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο συνεργάτες του Ελευθέριου Βενιζέλου. Άλλωστε δεν μπορεί να αγωνίζεται κάποιος για την ελευθερία του, στη συγκεκριμένη περίπτωση την ελευθερία της Κρήτης και να μη θέλει να είναι μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες, με την υπόλοιπη Ελλάδα. Αυτό ήθελε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Την Ένωση με την Ελλάδα. 
Οι δήμαρχοι λοιπόν της περιόδου εκείνης στην επαρχία μας, που δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω φωτογραφίες για όλους, ήταν.
Μπατάκης Στυλιανός: Δήμαρχος Κολυμβαρίου το 1899. Γεννήθηκε στα Καμισιανά Κισάμου. Οπλαρχηγός της περιοχής Καμισιανών και Ραπανιανών. 
Αναστασάκης Ι. Νικόλαος: Δήμαρχος Κολυμβαρίου το 1906. Γεννήθηκε στη Σπηλιά Κισάμου. Το 1878 είχε εκλεγεί και πληρεξούσιος στην επαναστατική Συνέλευση. 
Αναγνωστάκης Μιχαήλ: Δήμαρχος Πανεθύμου το 1902. Γεννήθηκε στην Πανέθυμο Κισάμου. Το 1896 εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Γενικής επαναστατικής Συνέλευσης των Αρμένων. Εργάστηκε για τους σκοπούς της συνεχώς, μέχρι τον ερχομό στα Χανιά του Πρίγκιπα Γεωργίου.   
Γιαννακάκης Αλέξανδρος: Δήμαρχος Ινναχωρίου από το 1887 έως το 1900. Γεννήθηκε στο Κούνενι Κισάμου το 1846. Δάσκαλος στο επάγγελμα. Γραμματέας του Αναγνώστη Σκαλίδη. Έξυπνος και δραστήριος. Κατά τη διάρκεια της δημαρχιακής του θητείας άφησε εποχή για τις διοικητικές του ικανότητες. Κατάφερε να κρατήσει για πολλά χρόνια την έδρα του Δήμου στο Κούνενι, το οποίο και ανέδειξε σε ένα χωριό πρότυπο καθώς κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του πρωτολειτούργησαν Ταχυδρομείο – Τηλέγραφος - Τηλέφωνο, ειρηνοδικείο, αγρονομείο, αστυνομία, συμβολαιογραφείο κ. ά..
Δεικτάκης Νικ. Παναγιώτης: Δήμαρχος Μεσογείων το 1881 έως 1887, το 1889 και το 1905. Γεννήθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα, όπου οι γονείς του, καταγόμενοι από την Καλυβιανή, είχαν καταφύγει διωκόμενοι από τους Τούρκους. Το 1855 επανήλθαν στην Καλυβιανή. Ο ολιγογράμματος αυτός δήμαρχος είχε το θάρρος μπροστά στον πρίγκιπα να πει ότι «ο Κρητικός λαός αγωνιζόταν για την Ένωση», κάτι που δεν ήταν καθόλου αρεστό.  
Καμηλάκης Δ. Δημήτριος (Μήτρος): Δήμαρχος Ινναχωρίου το 1906. Γεννήθηκε στα Περβόλια Κισάμου. Γαμπρός του Αναγνώστη Σκαλίδη. Για τις υπηρεσίες του στον κοινό αγώνα, του απονεμήθηκε ο βαθμός του οπλαρχηγού.
Μπιτσάκης Χαρίτων: Δήμαρχος Ινναχωρίου το 1906. Γέννημα και ανάθρεμα του χωριού Κεφάλι Κισάμου. Η μητέρα του εκχριστιανισμένη τουρκοπούλα, έκαμε 21 παιδιά από τα οποία έζησαν τα 11. Για την απαράμιλλη γεναιότητα και αυτοθυσία του ο Γενικός αρχηγός Κισάμου Αναγνώστης Σκαλίδης την 1η Απριλίου του 1897 του απένειμε το βαθμό του οπλαρχηγού. 
Καμπούρης Γεωρ. Εμμανουήλ: (διορισμένος από τον Πρίγκηπα) Δήμαρχος Καστελίου από το 1903 έως το 1911. Γεννήθηκε στις Καλάθενες Κισάμου. Διετέλεσε πληρεξούσιος Κισάμου στη Γενική Επαναστατική Συνέλευση. Τον Οκτώβριο του 1912 ήταν ένας από τους Κρήτες βουλευτές που μπήκαν στο ελληνικό κοινοβούλιο. 
Καρτσώνης Μιχαήλ Τζανής: Δήμαρχος Πανεθύμου το 1900. Γεννήθηκε στη Μαλάθυρο Κισάμου. Οπλαρχηγός κι αργότερα αρχηγός, κάτω από τις διαταγές του γενικού αρχηγού Κισάμου Αναγνώστη Σκαλίδη. 
Κοκολογιάννης Α. Εμμανουήλ: Δήμαρχος Βουκολιών (Δρομόνερου) από το 1889 έως το 1906. Γεννήθηκε στην Ανώσκελη Κισάμου. Έλαβε μέρος στις επαναστάσεις ως απλός στρατιώτης κάτω από τις διαταγές του Αναγνώστη Σκαλίδη. Κατά τη διάρκεια της δημαρχιακής του θητείας κινδύνευσε πολλές φορές βοηθώντας με όλες του τις δυνάμεις τους χριστιανούς συνδημότες του. Το 1896 αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και σώθηκε σε ανταλλαγή του  με άλλους Τούρκους αιχμαλώτους. Δολοφονήθηκε το 1910 στις Βουκολιές από πολιτικούς του αντιπάλους.
Κουκουνάκης Κ. Στυλιανός: Δήμαρχος Κολυμβαρίου το 1905. Γεννήθηκε στα Γερακιανά Κισάμου. Για τις στρατιωτικές του ικανότητες τιμήθηκε από το κεντρικό αρχηγείο Κισάμου με το βαθμό του πεντακοσίαρχου.
Λαμπαθάκης Δημήτριος: Δήμαρχος Μεσογείων το 1906. Γεννήθηκε στην Καλυβιανή. Επιστήθιος φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου. 
Μαλανδράκης Αναστ. Ιωάννης (ή Αναστασάκης): Δήμαρχος Σπηλιάς το 1885 και Κολυμβαρίου το 1900. Γεννήθηκε στην Επισκοπή Κισάμου. Σαν βουλευτής Κισάμου το 1889, ήταν ένας από τους πέντε που με επικεφαλής τον Κριάρη συνέταξαν και ανέγνωσαν δημόσια, μπροστά στη Συνέλευση των Κρητών και τον Πασά, το «ψήφισμα της ενώσεως» με το οποίο διακήρυτταν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. 
Μαργαρίτης Εμμ. Νικόλαος: Δήμαρχος Μεσογείων το 1900. Γεννήθηκε στο χωριό Πόρρω Μεσόγεια. Έλαβε ενεργό μέρος ως απλός πολεμιστής στον αγώνα για την ελευθερία. 
Μπομπολάκης Αντ. Ιωάννης: Δήμαρχος Βουκολιών (Δρομόνερου) το 1906. Γεννήθηκε στον Πλατανέ Παλαιών Ρουμάτων. Το 1878 εκλέχθηκε αντιπρόσωπος ανατολικής Κισάμου στην Παγκρήτια Επαναστατική Συνέλευση. 
Φαλαγγάρης Μιχ. Βασίλειος: Δήμαρχος Ινναχωρίου το 1903 και το 1906. Γεννήθηκε στα Παπαδιανά. Έλαβε ενεργό μέρος στις επαναστάσεις και για τη δράση του αυτή τιμήθηκε από το Γενικό Αρχηγείο Κισάμου με το βαθμό του Αρχηγού Α΄ τάξεως.
Φελεσάκης Ι. Νικόλαος: Δήμαρχος Ινναχωρίου το 1902. Γεννήθηκε στον Αερινό Κισάμου. Έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1866 ως οπλίτης και στις επόμενες ως οπλαρχηγός. Σκοτώθηκε για οικογενειακούς λόγους το 1904.
Φωτάκης Φ. Γεώργιος: Δήμαρχος Καστελλίου το 1900. Γεννήθηκε στην Ποταμίδα Κισάμου. Έλαβε μέρος στη επανάσταση του 1878. Αγωνίστηκε ηρωικά και του απονεμήθηκε αρχικά ο βαθμός του πεντακοσίαρχου και τρεις μήνες μετά ο βαθμός του χιλίαρχου. Ηταν μικρόσωμος ο Φωτογιώργης, σύμφωνα με μαρτυρία συγχωριανού του κι απορούσε κανείς, «πως τούτηνε η καρδιά εχώρουνε σ’ ένα τόσο μικιό σώμα».  
 «Εγώ δεν πολέμησα για να πάρω σύνταξη, πολέμησα για την τιμή της Ελληνίδας». Η απάντηση του στον Εθνάρχη, όταν του είπε γιατί δεν έκανε τα χαρτιά του για σύνταξη. 
Πέραν από τους δημοτικούς άρχοντες της περιόδου εκείνης στην επαρχία Κισάμου, άτομα που ήταν πολύ κοντά ή υπερασπίστηκαν το Βενιζέλο ήταν και από το χώρο της εκκλησίας.
Δωρόθεος Κλωνάρης, Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου (1892-1902), από το Βάμο: Οι ιερείς που πρόσκεινταν υπέρ του κινήματος του Θερίσου είχαν θερμό συμπαραστάτη τον επίσκοπο Κισάμου και Σελίνου Δωρόθεο Κλωνάρη, παρά την αντίθετη και σκληρή στάση υψηλόβαθμων κληρικών της Κρήτης.
Παρθένιος Κελαιδής, 1830-1905: Η Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης τον εξέλεξε Επίσκοπο Κισάμου και Σελίνου το 1880. Είναι η μοναδική περίπτωση ιερωμένου, ο οποίος εκλέχθηκε Επίσκοπος και δεν αποδέχθηκε τη μεγάλη τιμή και παραιτήθηκε στις 25-10-1882, χωρίς να χειροτονηθεί. 
Όταν ο Βενιζέλος είχε απολυθεί από τον Πρίγκηπα, στο σπίτι του Παρθένιου γινόταν μυστικές συνεδριάσεις στις οποίες συμμετείχαν οι Βενιζέλος, Φούμης, Πιστολάκης, Κολοκυθάς, Μάνος, Παπαδερός, Μπυράκης, κ. α. όπου και τέθηκαν οι βάσεις του κινήματος. 
Εντύπωση προκαλεί η δημόσια θέση του, που στηλιτεύει τις πελατειακές σχέσεις και στην τότε πολιτική σκηνή: «Οι πλείστοι των διορισθέντων κινούσιν τον οίκτον» και «επειδή οι διορισμοί γίνονται τη συστάσει των βουλευτών, εδημιουργήθησαν όσοι βουλευταί, τόσοι φεουδάρχαι εν Κρήτη». 
Κουκουράκης Κωνσταντίνος: Εφημέριος του Έλους. Δε δίστασε να δώσει αποστομωτική απάντηση στον ίδιο το Γεώργιο για όσα έλεγε για το Βενιζέλο.
«Υψηλότατε, δεν έχετε δίκιο να χαρακτηρίζετε το Βενιζέλο προδότη. Λάθος σας το είπαν. Ο Βενιζέλος έχει φάει το μπαρούτι με τις φούχτες και έχει εργαστεί και με το όπλο και με την πένα για να ελευθερωθούμε. Εγώ Υψηλότατε, ως λειτουργός του Υψίστου έχω υποχρέωση να είμαι ειρηνοποιός και να επαναλαμβάνω από του Ιερού Βήματος «Ειρήνη πάσι».
Εκτός από τους παραπάνω υπήρξε πληθώρα ανθρώπων από την επαρχία μας που ήταν πάρα πολύ κοντά την περίοδο αυτή στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ένας από αυτούς ήταν ο Γεώργιος Μαρκαντωνάκης, αργότερα γερουσιαστής και βουλευτής. Ανάμεσα στους δύο άντρες υπήρξε μια ιδιαίτερη σχέση φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, που κράτησε σχεδόν μέχρι το τέλος, όπως θα δούμε αργότερα.
Ο Γεώργιος Μαρκαντωνάκης καταγόταν από τα Τοπόλια Κισάμου και ήταν φαρμακοποιός. Διατηρούσε φαρμακείο στα Χανιά. Υποστήριξε ενεργά την   Επανάσταση του Θερίσου. Από το φαρμακείο του στα Χανιά έφευγαν εφόδια  και συγκεκαλυμμένα μηνύματα, υπό μορφήν ιατρικών σημειωμάτων ή συνταγών. Ο Ευάγγελος Μελιγγουνάκης στο βιβλίο του «Βενιζέλου Ανάβασις» το 1955 αναφέρει: «Μετ’ ολίγας ημέρας λαμβάνω ένα σημείωμα στο Νίπος, από τον Γεώργιο Μαρκαντωνάκην τον φαρμακοποιόν, ότι «τα φάρμακα είναι έτοιμα και να έλθεις να τα πάρης». Το μήνυμα ήτο συνθηματικόν. Εγώ κατάλαβα ότι επρόκειτο περί του ταξιδίου. Έφυγα αμέσως δια Χανιά. Μετ’ ολίγον ανεχωρούμεν δι’ Αθήνας, ο Βενιζέλος, ο Φούμης, ο Μάνος κι εγώ». 
Συνελήφθη τον Αύγουστο του 1905 “επί τω λόγω ότι εις το φαρμακείον του ευρέθη εφημερίς τις εκ των απηγορευμένων. Δεν εφυλακίσθη αλλ’ ετέθη μόνον εις ανάκρισιν”, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Το Θέρισο».
Στη συνέχεια, επιλέξαμε πέντε επιστολές της περιόδου 1905 που αναφέρονται στην Κίσαμο. Είναι επιστολές του Ελ. Βενιζέλου προς τον Ν. Πιστολάκη, εκ των οποίων οι δύο πρώτες γράφηκαν την ίδια μέρα και δείχνουν τις προσπάθειές του να διατηρηθεί με κάθε τρόπο η πειθαρχία και η νομιμότητα σε όλη την περιοχή της επανάστασης. Ο Νικόλαος Πιστολάκης ήταν αδελφικός φίλος του Βενιζέλου και άτομο πλήρους εμπιστοσύνης του.
Η 1η επιστολή με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1905, αναφέρεται σε αδελφοκτονία που έγινε στο Καστέλλι. Αρνητική η αδελφοκτονία, θετική η μη έλευση των Ευρωπαίων για να μη θεωρηθεί ότι υποθάλπουν αδελφοκτονία. Ενημερώνει ότι το ταμείο της επανάστασης είναι σχεδόν άδειο και αφήνει τους υπεύθυνους να πράξουν όπως νομίζουν, αφού είναι κοντά στην περιοχή και τα γεγονότα. «Μετά μεγάλης λύπης εμάθομεν εκ της επιστολής σου την εν Καστελλίω αδελφοκτονίαν. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τον τρόπον καθ’ ον θα προληφθή μεν η περαιτέρω αιματοχυσία, θα επιβληθή δε η επανάστασις, σεις οι επί τόπου ευρισκόμενοι γνωρίζετε καλλίτερον πως πρέπει να ενεργήσετε. Εντεύθεν ούτε δυνάμεθα να σας δώσωμεν συμβουλή τινά. Το μόνον καθήκον μας θα ήτο να σας ενισχύσωμεν χρηματικώς, δια να ημπορέσετε να κρατήσετε αυτού επί πολλάς ημέρας ικανούς άνδρας, δια να δειχθή η δύναμις της επαναστάσεως, να ενθαρρυνθούν οι ημέτεροι και να πτοηθούν οι αντίπαλοι. Ατυχώς, το ταμείον της Συνελεύσεως ευρίσκεται εν εξαντλήσει τας ημέρας ταύτας».
Εντύπωση προκαλεί και το υστερόγραφο, στο οποίο ο Βενιζέλος φαίνεται, ότι δέχεται την πρόταση Μπαλαντινάκη να παρεμποδιστούν οι Μεσογειανοί αντεπαναστάτες: «να παρεμποδισθούν οι Μεσογειανοί, μετά την αισχράν αυτών διαγωγήν που έδειξαν, και από την μετά των Χανίων συγκοινωνίαν και ει δυνατόν και από τους μύλους όπου πηγαίνουν. Έχει δε το πλεονέκτημα το πιεστικόν τούτο μέτρον, ότι αποφεύγει τις την αιματοχυσίαν, ενώ συγχρόνως επιδεικνύει την δύναμιν της επαναστάσεως προς τους αντιπάλου του αγώνος».
Η 2η επιστολή, με την ίδια ημερομηνία. Προτείνει το   Γεώργιο Μπαλαντινάκη για τη φρουρά του Καστελλίου ως διαλλακτικό άτομο και την εξάντληση όλων των ειρηνικών μέσων πριν από την επιβολή δύναμης στους αντεπαναστάτες. «Νομίζω χρήσιμον, ο Γεώργιος Μπαλαντινάκης να χρησιμοποιηθή όπως μείνη διαρκώς εις την φρουράν του Καστελλίου. Κατά την ιδικήν μου αντίληψιν, την άλλην φοράν που ήτο πάλιν αυτού ειργάσθη πολύ επιτυχώς συναναστρεφόμενος και τους αντιπάλους και τηρών όσον ηδύνατο αγαθάς και μετ’ αυτών σχέσεις. Βεβαίως, το αισθάνομαι και εγώ, ότι δεν θα κατορθώσωμεν επί τέλους τίποτε, αν δεν επιβληθώμεν εις τους αντιπάλους και είμαι σύμφωνος, ότι, οσάκις παρουσιάζεται ευκαιρία, πρέπει να επιβαλλώμεθα δια της δυνάμεως μας. Αλλά πριν να φθάσωμεν εις την ανάγκην να κάμνωμεν χρήσιν της δυνάμεως, είναι καλόν να εξαντλούμεν όλα τα μέσα, όπως προλαμβάνωμεν, ει δυνατόν, το να ευρεθώμεν εις την τοιαύτην ανάγκην, υπό την άποψιν δε τοιαύτην ο τρόπος καθ’ ον εργάζεται ο Γεώργιος Μπαλαντίνος μου αρέσκει πολύ και σου συνιστώ και πάλιν, αν συμμερίζεσαι τας ανωτέρω σκέψεις, να τον χρησιμοποιήσεις εις την φρουράν του Καστελλίου».
Στην 3η επιστολή, με ημερομηνία 20 Ιουλίου 1905, εκφράζει την ανησυχία του ότι δεν έχει λάβει επιστολή του Πιστολάκη και τον προβληματισμό του αν βάλουν και οι αρμοστειακοί φρουρά στο Καστέλλι. Επίσης τονίζει πόσο απαραίτητα είναι τα χρήματα από εκτελωνισμό καπνών στο Κολυμπάρι, χρήματα απαραίτητα για το ταμείο της επανάστασης. «Ελέγετο εις τα Χανιά, ότι επήλθεν αυτού συνεννόησις να βάλουν και οι αρμοστειακοί ιδικούς των εις την φρουράν. Αλλά δεν πρέπει να γίνη δεκτόν, αν μη προηγουμένως οι αντίπαλοι αναγνωρίσουν, ότι η φρουρά θα είναι επαναστατική, θα υπόκειται εις την Συνέλευσιν και θα εργάζεται υπό το πρόγραμμα και υπό τας διαταγάς αυτής. Εν πάση δε περιπτώσει, νομίζω, ότι το φρούριον Καστελλίου πρέπει να μείνη κατεχόμενον από στρατιώτας της απολύτου εμπιστοσύνης μας, η δε μικτή φρουρά θα εδρεύη εν τη κωμοπόλει. Πρέπει πολύ να φοβούμεθα τον δόλον των αρμοστειακών και επομένως να ενεργούμεν ούτως, ώστε να μην εμπέσωμεν εις παγίδα. 
Φοβούμαι ότι η απουσία σου εκ Κολυμπαρίου, καθώς και η απουσία του φιλτάτου Μαλανδράκη, έγινε αιτία ώστε να χάσωμεν μίαν σπουδαίαν πρόσοδον, την οποίαν επεριμέναμεν από τα γνωστά καπνά. Λέγω δηλαδή ότι απεβιβάσθησαν εκεί και ότι παρελήφθησαν από τον Ροκάκην, χωρίς να πληρωθεί το τελωνείον, αλλά μόνον με την υπόσχεσιν περί πληρωμής αυτού».
Στην 4η επιστολή με ημερομηνία, 22 Ιουλίου 1905, Εκφράζει τις ευχαριστίες του στους Κισαμίτες επαναστάτες – συναγωνιστές και συγχαίρει το Μαλανδράκη. «Σου στέλλω επιστολήν, όπως την αναγνώσης δημοσία εις πάντας τους αυτόθι συναγωνιστάς, προς έξαρσιν του ηθικού των. Σκοπίμως ομιλώ περί μόνων των Κισσαμιτών. Γράφω ιδιαιτέρως εις τον Μαλανδράκην, συγχαίρων αυτόν δια την εξαίρετον συμπεριφοράν του».
   5η επιστολή, 22 Ιουλίου 1905. Εκφράζει την ανησυχία του για τον εκτελωνισμό των καπνών στο Κολυμπάρι, λόγω απουσίας Πιστολάκη – Μαλανδράκη, τον προβληματισμό του μήπως οι κάτοικοι του Κολυμπαρίου θελήσουν όλο το ποσό για τις τοπικές τους ανάγκες, τη σύσταση φρουράς στο Κολυμπάρι αλλά και την εξοικονόμηση χρημάτων αφού το ταμείο της επανάστασης διαθέτει στο ενεργητικό του 200 μόνο δραχμές. «Γνωρίζων δε ότι και συ και ο Μαλανδράκης απουσιάζατε εκείθεν, ανησύχησα μήπως δεν διεξαχθή κανονικώς ο τελωνισμός αυτών, και μήπως επομένως ζημιωθεί το ταμείον της επαναστάσεως, το οποίον, ως γνωρίζεις, ευρίσκεται εν τελεία εξαντλήσει και το οποίον από την είσπραξιν του δασμού τούτου περιμένει να στηριχθή δια κανένα μήνα. Το ζήτημα παρουσιάζει και κάποια λεπτότητα, διότι φοβούμαι να μη γεννηθή εις τους Κολυμπαριώτας η παράλογος ιδέα, ότι όλον το ποσόν του δασμού τούτου πρέπει να δαπανηθή εις τοπικάς μόνον ανάγκας, αξίωσις η οποία θα ήτο τερατώδης και την οποίαν επ’ ουδενί λόγω θα δεχθώμεν, έστω και αν πρόκειται να δυσαρεστηθούν οιοιδήποτε εκεί φίλοι μας. Θα φροντίσης, εννοείται, να συστήσεις φρουράν εν Κολυμπαρίω εκ τριάκοντα ανδρών, έστω εν ανάγκη και τεσσαράκοντα, μολονότι δεν πρέπει να είναι ο αριθμός μεγαλύτερος του αναγκαίου, δια να μη εξαντλούμεθα οικονομικώς». 
Η επόμενη επιστολή του Ελ. Βενιζέλου προς τον Ν. Πιστολάκη, δείχνει αγωνία αλλά και δυναμική για τη ρύθμιση και της τελευταίας λεπτομέρειας σε θέματα του αγώνα με ημερομηνία, 2 Αυγούστου 1905. Αναφέρει για πρώτη φορά την επιβολή βίας σε αντεπαναστάτη και το διορισμό σωματάρχη στη φρουρά Κολυμπαρίου. «Τα εν Καστελλίω νεώτερα γνωρίζεις βεβαίως. Φαίνεται ότι θα γίνη ανάγκη να επιβληθώμεν επί τέλους δια της βίας εις τον ελεεινόν αντεπαναστάτη κ. Λ.  Με απασχολεί πολύ το ζήτημα, τις πρέπει να διορισθή σωματάρχης της φρουράς, ήτις θα εδρεύει εν Κολυμπαρίω, προς εξασφάλισιν της λειτουργίας του εκεί Τελωνείου. Την θέσιν διεκδικεί ο Μπαντάκης και ο Μιχελάκης. Καταλληλότερος και ως νεώτερος είναι ο δεύτερος. Αλλ’ όποιον και αν διορίσωμεν θα δυσαρεστηθεί ο έτερος. Κλίνω εις τη ιδέαν να διορισθή ξένος, αλλά πάλιν φοβούμαι τον τοπικισμόν, όστις αυτού είναι πολύ ανεπτυγμένος». 
Δύο αποσπάσματα από άλλη επιστολή του Ελ. Βενιζέλου προς το Στυλιανό Κολοκυθά  στις 2 Σεπτεμβρίου 1905, δείχνει ότι παρά το ότι ήταν πολύ απασχολημένος με την ηγεσία του αγώνα, ασχολείται με την τακτοποίηση ακόμη και των πιο μικρών λεπτομερειών της διοίκησης ενώ τον καθησυχάζει για την προσωρινή παραχώρηση του Καστελλίου στους Ιταλούς. Από τις αρχές Φεβρουαρίου του 1897 η Κρήτη, βρισκόταν στην κατοχή και διοίκηση των τεσσάρων μεγάλων δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ρωσίας, που δρούσαν ως εγγυήτριες για την ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων στο νησί. Έτσι ο νομός Χανίων ήταν ζώνη επιρροής των Ιταλών. Αναφέρει λοιπόν: «Είσπραξις τελωνείου. Επί του παρόντος αι εισπράξεις του τελωνείου σας πρέπει να διατίθενται, 1) δια την συντήρησιν φρουράς εκ 30-40 ανδρών, η οποία, εδρεύουσα εις Δραπανιά, θα φροντίζη περί της τηρήσεως της τάξεως εις τα αμέσως έξω της Ιταλικής ζώνης μέρη». Και τελειώνει την επιστολή του: «Τα διαδιδόμενα περί επικείμενης καταλήψεως του Κολυμπαρίου υπό των Ιταλών είναι ψευδή. Εάν πρόκειται να γίνει τοιούτον τι, θα μας ζητηθή πάλιν δια συνεννοήσεως, όπως και δια το Καστέλλι. Αλλά δεν επίκειται τοιούτο τι. Διότι ακριβώς η δια το Καστέλλι συννενόησις σιωπηράν τουλάχιστον βάσιν έχει, ότι ημείς θα κατέχωμεν το Κολυμπάρι. Έως τώρα δε οι Ιταλοί φαίνονται συμμορφωμένοι εν Καστελλίω εντελώς προς τας υποσχέσεις των. Ελπίζω ότι εκ μέρους μας παραχώρησις του Καστελλίου δεν θα παρεξηγηθεί από τους φίλους μας, οι οποίοι πρέπει να είναι βέβαιοι, ότι η παραχώρησις αύτη εξυπηρετεί τον αγώνα μας πλειότερον παρά την κατοχήν αυτού».                                     
Μια άλλη επιστολή των Βενιζέλου και Φούμη, με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 1906, έχει σχέση με το Σφακοπηγάδι. Και οι δύο εκφράζουν την έντονη αποστροφή αλλά και την ανησυχία τους για το φόνο ενός χωροφύλακα από κάποιον Βενιζελικό Ραφτάκη.  Εδώ παρατηρούμε ένα Βενιζέλο πολύ αυστηρό, διορατικό, που έβλεπε πιθανή πολιτική εκμετάλλευση του φόνου από τους αντιπάλους. «Διατελούμεν κατάπληκτοι από την αναγγελίαν του νέου κακουργήματος του Ραφτάκη του εν Σφακοπηγαδίω δηλαδή νέου φόνου χωροφύλακος. Τι ζημίαν θα φέρει το νέον τούτο κακούργημα κάλλιστα βέβαια συναισθάνεσθε. Οφείλει να εννοήσει ο άνθρωπος ούτος ότι οφείλει να εγκαταλείψει το έδαφος της Κρήτης. Πρέπει όλοι οι φίλοι μας να ειδοποιηθούν πως όστις θα τον περιθάλψει θα καταδιωχθεί εν τιμιότητα και ότι καμμίαν συνδρομήν δεν θα εύρη από ημάς. Άμα το μάθει τούτο, όπως πεισθεί ότι δεν είναι πλέον εδώ η θέσις του».
Ας περάσουμε τώρα και στο αρχείο του Κλέαρχου Μαρκαντωνάκη, ο οποίος ήταν φροντιστής και γραμματέας του Ελευθερίου Βενιζέλου όπως φαίνεται από τα τετράδια οικονομικής διαχείρισης που κρατούσε κατά τα διαστήματα και αναφέρονται σε διάφορα οικιακά έξοδα του. Δυστυχώς, δεν έχουν ψηφιοποιηθεί ακόμα τα αρχεία για να τα δούμε στις διαφάνειες.  
Επιστολή του Ελ. Βενιζέλου προς τον Κλέαρχο Μαρκαντωνάκη στις 22 Απριλίου 1905, σχετικά με τη συμπλοκή επαναστατών και χωροφυλάκων στις Βουκολιές. Αναφέρει την επιθυμία του να δει πως αντιμετωπίζεται από τον τύπο η συμπλοκή στις Βουκολιές και τονίζει ότι υπαίτιος είναι ο αρμοστής μέσω των ημερησίων διαταγών της Κρητικής χωροφυλακής. Αναφέρει, επίσης, ότι ο Πρίγκηπας Γεώργιος παρευρέθει στην κηδεία χωροφύλακα, που είχε τραυματιστεί στις Βουκολιές, και ότι με τη στάση του επιδιώκει το αιματοκύλισμα της επανάστασης.
Σε άλλη επιστολή του ο Ελευθέριος Βενιζέλος προς το Μαρκαντωνάκη στις 20 Ιουλίου 1905 αναφέρει ότι, τα έξοδα της αντεπανάστασης στην Κίσαμο τα κατέβαλε ο ύπατος αρμοστής και ζητεί να ενημερωθεί για την οικονομική ενίσχυση της επανάστασης. 
Σε άλλη επιστολή του, ο Μαρκαντωνάκης ενημερώνει το Βενιζέλο στις 11 Αυγούστου 1905 για την κατάσταση που επικρατεί στο Καστέλλι, όπου αναφέρει επίθεση αντεπαναστατών. Προτείνει μάλιστα την αποστολή σώματος στο Κολυμπάρι και τη συγκέντρωση πολιτών ώστε να αποφασίσουν διάλυση τους. 
Την ίδια ημέρα απαντά ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Μαρκαντωνάκη,  ενημερώνοντάς τον για την αποστολή φυσιγγίων. Εσωκλείει επίσης έγγραφο με σκοπό να παραδοθεί στο Δ. Ράλλη και αναφέρει πληροφορίες για την εξέλιξη της επανάστασης στο Σέλινο, στην Κίσαμο, στον Αποκόρωνα και στο νομό Ρεθύμνου.
Στις 15 Αυγούστου 1905 ο Βενιζέλος με επιστολή του ενημερώνει  τον Μαρκαντωνάκη σχετικά με τις εξελίξεις της επανάστασης και με την έκρηξη του αντεπαναστατικού κινήματος.
Επίσης αναφέρεται ειδικότερα στην έκρηξη του αντεπαναστατικού κινήματος στην Κίσαμο και στους στόχους της αρμοστείας μέσω αυτού.
Τέλος στις 29 Αυγούστου 1905  ο Ελευθέριος Βενιζέλο στέλνει επιστολή προς τους Μαρκαντωνάκη, Πετυχάκη και Σκουλά, όπου αναφέρει, την κατάληψη του Καστελλίου της Κισάμου από τους Ιταλούς, με τη σύμφωνη γνώμη της συνέλευσης και εξηγεί τους λόγους.                                  
Από το Νοέμβριο του 1905 που λήγει η επανάσταση στο Θέρισο έως το 1920 έχουμε μια ανοδική, ξεχωριστή και άξια θαυμασμού πορεία του Ελευθερίου Βενιζέλου στην οποία και δεν αναφέρομαι λόγω χρόνου:
Στα τέλη του δέκατου ένατου και την πρώτη εικοσαετία του εικοστού αιώνα πρόσωπα από την επαρχία μας που με τη βουλευτική τους ιδιότητα βοήθησαν με κάθε τρόπο τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν:
Αναγνώστης Σκαλίδης: Καταγόταν από τα Περιβόλια Κισάμου και ήταν γνωστός και ένδοξος πριν ασχοληθεί με την πολιτική για την πολεμική του δράση κατά των Τούρκων ως Αρχηγός Κισάμου. Διετέλεσε πρώτος πρόεδρος της Κρητικής βουλής το 1899 και ήταν αυτός που παρέδωσε στους Πρόξενους των μεγάλων δυνάμεων το ψήφισμα για την Ένωση της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα. 
Εμμανουήλ Μπαλαντίνος: Καταγόταν από τον Πρόδρομο Δελιανών. Διετέλεσε βουλευτής στην Κρητική Βουλή (1905-1912) και υπήρξε μαζί με άλλους, ελευθερωτής του Μετσόβου το 1912-13. Σαν ράπτης κρητικών στολών έραψε τις πρώτες 50 στολές που ζητήθηκαν επί Βενιζέλου για την προεδρική φρουρά Αθηνών.
Νικόλαος Μαλανδράκης: Καταγόταν από τα Παλαιά Ρούματα και ήταν δικολάβος. Εκλέχτηκε βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Πέθανε πάμφτωχος.
Σε αυτούς τους δύο μένω περισσότερο αφού υπάρχει έκθεση για τη δράση του εθελοντικού σώματος Μπαλαντίνου – Μαλανδρή στη μάχη για την απελευθέρωση του Μετσόβου. Αναφέρεται  ότι πολέμησαν Κισαμίτες, από το Γαβαλομούρι, τα Γερακιανά, τις Καρές, το Ροδωπού, το Δραπανιά και τη Ρόκα. 
Λεωνίδας Λιονάκης: Καταγόταν από τα Παπαδιανά Ινναχωρίου και ήταν δικηγόρος. Εκλέχτηκε βουλευτής με το κόμμα του Πρίγκιπα. Αν και ήταν στο αντίπαλο στρατόπεδο τον αναφέρω για το λόγο ότι δε γλίτωσε τα σχόλια μέσω της σατυρικής ρίμας του χαρισματικού λαϊκού ποιητή Ιωάννη Παντελάκη ή Παντελογιάννη, θερμού οπαδού του Θερίσου: «Στην Κίσαμο ‘ταν ο Λιονής, στο Ρέθυμνο ο Μώρος, προδότες θα πεθάνουνε αν παν στο Άγιο Όρος». «Στην Κίσαμο ‘ταν αρχηγός ο λέοντας Λιονάκης, μα ο Μαλανδράκης έφθασε μαζί κι ο Πιστολάκης». «Ο Μαλανδράκης σ’ έκαμε μαζί κι ο Πιστολάκης και τρύπωνες εις τα κλαδιά κι όπου κι αν ήτο ρυάκι. «Θυμήσου καπετάν Λιονή, προδότ’ απατεώνα, το γίβεντο που έπαθες μέσα στο Κωρφαλώνα». 
Στις βουλευτικές εκλογές του 1915 εξελέγη βουλευτής ο Γεώργιος Μαρκαντωνάκης, και μάλιστα 2ος σε ψήφους, με πρώτο τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Το 1920, βουλευτές από την επαρχία Κισάμου εξελέγησαν οι, Γεώργιος Μαρκαντωνάκης, 3ος  , και 7ος ο Γεωργιλαδάκης Ευστράτιος.
Ανάμεσα στους υποψηφίους, ο οποίος όμως δεν εξελέγη ήταν και ο Κισαμίτης Αναστασάκης Μιχαήλ από τη Σπηλιά Κισάμου. 
Από την δεκαετία αυτή μια επιστολή η οποία μεταφέρει παράπονα αγωνιστή για τον Εθνάρχη, εκτός των άλλων δείχνει και πάλι τη σχέση του αποστολέα με τον παραλήπτη, όπως έχω προαναφέρει.
Ο Γ. Μαρκαντωνάκης, στις 8 Οκτωβρίου 1913, μεταφέρει στον Βενιζέλο τα παράπονα του Π. Φωτάκη για εκείνον.  Ο Παναγιώτης Φωτάκης, όπως φαίνεται, είχε ενεργό συμμετοχή στα δρώμενα όσον αφορά το κίνημα του Θερίσου το 1905. Η επιστολή τελειώνει: «Νομίζω κύριε Πρόεδρε ότι πρέπει να ικανοποιηθεί ο ατυχής Φωτάκης ύστερα από τόσους αγώνας και θυσίας, απωλέσας δε, του ελληνοβουλγαρικού πολέμου και τον μονάκριβον υιό του. Είναι ως γνωρίζετε ο μόνος εκ των πραγματικών και καθ’ όλους τους αγώνας φίλος εις τον οποίον ουδέν μέχρι σήμερον εκάμαμεν, επομένως ευχής έργω ήθελε την πράξιν εάν ελαμβάνετε αυτό υπ’ όψιν σας όπερ θα ευχαριστούσε ειλικρινώς άπαντες τους φίλους σας, διότι και σεις συμπαθείτε τον αναξιοπαθούντα Παναγιώτην, ως γνωρίζετε εξ ιδίας αντιλήψεως».
Από το αρχείο Κλέαρχου Μαρκαντωνάκη  βλέπουμε επιστολή στις 26-4-1914 του Λουκά Ρούφου, γενικού διοικητή Κρήτης,  προς τον Ελ. Βενιζέλο σχετικά με την ανάγκη εκτέλεσης δημοσίων έργων στην Κρήτη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά μελέτης για την εγκατάσταση τηλεγραφικής γραμμής προς Κίσαμο και Σέλινο. Συγκεκριμένα αναφέρεται: «Από Δευτέρας αρχίζει από την Ελβετή Steffan η μελέτη τηλεγραφικής γραμμής προς Κίσσαμο και Σέλινο και ούτω θα συμπληρωθεί ολόκληρον το δίκτυον της τηλεγραφικής συγκοινωνίας».
Από το γραφείο διευθύνσεως δημοσίων έργων, μπορούμε να δούμε κατοχυρωθέντα έργα από 1η Οκτωβρίου 1913 έως και 15η Σεπτεμβρίου 1914,.  Ενδεικτικά αναφέρω μερικά απ’ αυτά: 
Έργα οδοποιίας: κατασκευή γέφυρας Κούνενι (7.000), τοποθέτηση σιδηρών δοκών της επί του ποταμού Σελίνου παρά τα Νοπήγεια γέφυρας (760), τοίχος εις οδόν Ταυρωνίτη – Βουκολιών εις οχετόν πλησίον οικίας Στ. Γαλανάκη (250)
Οικοδομικά έργα: επισκευή υποτελωνείου Καστελλίου Κισάμου (3.000), επιδιόρθωσις υδραγωγείου Σπηλιάς (250)
Έργα υπό δημοπρασίαν: ελαιοχρωματισμός κ. λ. π. γέφυρας Ταυρωνίτου (6.000)
Έργα υπό μελέτην: οδός Καλουδιανών – Έλους, τμήμα Φάραγγος Τοπολίων – Έλους, οδός Πανεθύμου, τμήμα Δρακώνος – Κανδάνου (αρξομένης εντός του μηνός)
Στο σημείο αυτό, αφού αναφερθήκαμε στο φαράγγι των Τοπολίων μεταφέρω αυτά που γράφει ο Χαρίδημος Σπανουδάκης στο βιβλίο του «Οι αναμνήσεις ενός νοσταλγού» για να φανούν οι δύσκολες συνθήκες εργασίας  - αν και ξεκίνησαν μερικά χρόνια αργότερα - στην κατασκευή του δρόμου και τη διάνοιξη της σήραγγας. Γράφει λοιπόν: «Μέσα από το φαράγγι αυτό και στη μέση περίπου της απόστασης από τον ποταμό ως την κορφή, πέρασε ο δρόμος.
Στα πιο πολλά σημεία δε σκάφτηκε αλλά κυριολεκτικά λαξεύτηκε στο βράχο, ένα βράχο συμπαγή από ασβεστόλιθο που όταν θρυμματίζεται μυρίζει σαν μπαρούτι. Μεγάλοι όγκοι ανατινάχθηκαν με φουρνέλα και κατρακύλησαν στο βάθος. Οι εργάτες δούλευαν μέσα στον ήλιο ή και στη βροχή και στο τρομερό ρεύμα αέρα που σχηματίζεται, δεμένοι πολλές φορές από τη μέση τους με σκοινιά που η άλλη άκρη τους δενόταν σε κάποια γερή ρίζα θάμνου ή σε κάποιο βράχο. Τα φουρνέλα ανοίγονταν με το καλέμι και τη βαρειά. Ένας εργάτης κρατούσε το καλέμι που ήταν στην άκρη πλακωτό, όπως ένα κατσαβίδι, και μετά από κάθε κτύπημα που έδινε ο άλλος με τη βαρειά, του έδινε μισή στροφή. Έτσι το καλέμι καρφωνόταν πιο εύκολα στο βράχο. Κάθε τόσο έριχναν λίγο νερό στην τρύπα για να μην πετιέται η σκόνη να τους τυφλώνει. Για τη σήραγγα στην αρχή σκέφτηκαν πως δεν χρειαζόταν κτίσιμο, αφού ολόκληρη ήταν λαξεμένη στο βράχο. Όμως συνέχεια έτρεχε νερό από διάφορα σημεία και αρκετές φορές ξεκόλλησαν βράχια και χώματα κι έπεσαν κάτω φράζοντας το δρόμο. Έτσι αποφασίστηκε αργότερα το χτίσιμό της».                                                                                                                  
Από το 1920 έως το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1936, υπήρξε μια εξίσου σημαντική πορεία του αλλά με μικρότερο χρόνο διακυβέρνησης της χώρας μας και με τελευταίο σταθμό της ζωής του το Παρίσι όπου με κλονισμένη υγεία, ασχολούνταν συνεχώς με την κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα.  
Γεγονότα, στοιχεία, επιστολές, τηλεγραφήματα, πρόσωπα και περιστατικά που βρέθηκαν την περίοδο αυτή από την επαρχία Κισάμου είναι:
Σε επιστολή του Βενιζέλου προς το Γεώργιο Μαρκαντωνάκη, κατά πάσα πιθανότητα το 1924, του ζητεί να δώσει χρήματα στον άλλοτε υπάλληλό του Βερυκάκη τα οποία θα του στείλει, ώστε να βρει κάποια δουλειά. Δεν κατάφερα να τεκμηριώσω αν αυτός ο Βερυκάκης που αναφέρεται είναι Κισαμίτης αλλά με το σκεπτικό ότι στην επαρχία μας οι οικογένειες Βερυκάκη είναι πάρα πολλές την αναφέρω. «Ήκουσες βεβαίως τα της ατυχούς υποθέσεως του Βερυκάκη. Εμπνεόμενος από αντιπάθειαν τυφλήν κατά του ναυτικού ακολούθου Παπαλεξόπουλου ήλθε εις το σημείον να τον τραυματίσει επανειλημμένως. Ο τραυματισθείς μόλις και μετά βίας εσώθη και έτσι και η οικογένειά του δεν έγινε δυστυχής και η θέση του Βερυκάκη ελαφρύνθη σπουδαίως, ούτως ώστε κατεδικάσθη μεν εις πενταετήν φυλάκισιν αλλά του εδόθη αναστολή εκτελέσεως». Σε άλλο σημείο αναφέρει: «Επιθυμώ να τον διευκολύνω ν’ αναλάβη κάποιαν εργασίαν από την οποίαν να ασφαλίσει τον άρτον του. Συλλογίζομαι μήπως θα ήθελε να ανοίξη εις το χωριό του κανένα μαγαζάκι. Είμαι πρόθυμος εν τοιαύτη περιπτώσει να σου στείλω όπως του εγχειρίσης τριακόσιες αγγλικές λίρες με τις οποίες θα ημπορούσε νομίζω να κινηθεί. Εάν προτιμά δύναται να χρησιμοποιήσει το ποσόν  αυτό δια να αγοράσει εν αυτοκίνητο όπως μετέλθη το αρκετά προσοδοφόρον εις τας Αθήνας επάγγελμα οδηγού. Εν γένει δύναται να μεταχειριστή το ποσόν αυτό όπως θα κρίνει ο ίδιος καλύτερον αρκεί να βεβαιωθείς ότι πρόκειται προς δημιουργίαν εργασίας να του ασφαλισει κανονικόν πόρον ζωής». 
Την περίοδο αυτή και όχι μόνο, ένας εξαιρετικός επιστήμονας, ο γιατρός Αναστασάκης Μιχαήλ του Νικολάου από τη Σπηλιά Κισάμου ήταν ένα από το πρόσωπα που στάθηκε κοντά στον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας ο Μιχαήλ Αναστασάκης ήταν μια σεβαστή ακτινοβολούσα προσωπικότητα του Νομού Χανίων.
 Το 1912 συγκρότησε σώμα εθελοντών, από 105 Κισσαμίτες, και κατευθύνθηκε με την καθοδή¬γηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, προς τη Δυτική Μακεδονία. Στη μάχη της Σιάτιστας μάλιστα πρωταγωνίστησε, τραυματίστηκε βαριά αλλά επέζησε, ενώ η Σιάτιστα απελευθερώθηκε.
Στην ειρηνική περίοδο αναμίχθηκε στα Δημοτικά και εκλέχθηκε Δήμαρχος Κολυμβαρίου, στα πολι-τικά και εκλέχθηκε βουλευτής Χανίων στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου. 
Αναμίχθηκε στα αγροτικά συνδικαλιστικά και αναδείχθηκε πρόεδρος της Ένωσης Γε¬ωργικών Συνεταιρισμών Κολυμβαρίου, με πρωτοποριακές ιδέες και οράματα. 
Στις 11 Νοεμβρίου 1931 υπάρχει υπόμνημα του Μιχ. Αναστασάκη προς τον Ελ. Βενιζέλο σχετικά με τα ζητήματα του αγροτικού κόσμου του νομού Χανίων. 
Αφορά τα προβλήματα και τα αιτήματα των ελαιοπαραγωγών των Χανίων, όπως τη λειτουργία του οργανισμού ελαίου, το ζήτημα της πενταετούς χρεολυτικής πληρωμής των χρεών τους, τα δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας, την εγκατάσταση γεωπόνων στα επαρχιακά κέντρα, το ζήτημα των ελαιοπυρήνων κ. α. Στις 14 Νοεμβρίου 1931 έρχεται η απάντηση του ιδιαιτέρου γραμματέα του Ελ. Βενιζέλου, κ. Στεφανίδη, με το οποίο απαντά  στο υπόμνημα του Αναστασάκη προς τον Πρωθυπουργό. Τον ευχαριστεί εκ μέρους του Ελ. Βενιζέλου για το υπόμνημα που του είχε στείλει και τον πληροφορεί για τις ενέργειες που είχαν γίνει για τη διευθέτηση των ζητημάτων που ανέφερε, όπως την αναστολή των αγροτικών χρεών, τα δημόσια έργα κ. τ. λ.  
Και περνάμε πλέον στο 1932. Στις 2 Ιανουαρίου ο Γεωργίος Μαζοκοπάκης –γνωστός μας ως Χατζής – από τον Κορφαλώνα, στέλνει επιστολή προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με την οποία ζητά την απαλλαγή του από το φόρο τελωνείου, αφού αυτή η πρόσοδος δεν είναι ικανή να οδηγήσει στη δημιουργία λιμανιού στο Καστέλλι για τον σκοπό τον οποίο και εισπράτεται. Λέει χαρακτηριστικά: «Εξ όσων και εις προηγούμενον μου έγγραφον ότι ο καταβαλλόμενος παρ’ ημών φόρος δια τα εισαγόμενα και εξαγόμενα εκ Καστελλίου εμπορεύματα ουδόλως εξυπηρετεί τον σκοπόν δι ον επιβαρινόμεθα, αλλά και εκατόν έτη αν παρέλθουν είναι αδύνατον να γίνει εις Καστέλλιον λιμήν, και μάλιστα καθ ην στιγμήν αι εισπράξεις εκ του άνω φόρου δεν υπερβαίνουν τας 80.000 δρχ. κατ’  έτος, εάν δε κατόπιν της μελέτης των ειδικών μηχανικών ότι η κατασκευή λιμένος εις Καστέλλιον θα ητήτη ποσόν εκ δρχ. 20.000.000 είναι ποτέ δυνατόν με τας άνω ετησίας εισπράξεις να καλυφθεί το ποσόν της απαιτηθεισομένης δαπάνης;  Εάν δε ελάβομεν την άποψιν του δυνατού της κατασκευής λιμένος εις Καστέλλιον, πάλιν ημείς δεν εξυπηρετούμεθα καθ’ όσον απέχομεν μίαν ώραν μακράν του Καστελλίου, αποτελούμεν δε ιδιαιτέραν κοινότητα πράγμα το οποίο καλώς γνωρίζει ο αγαπητός κ. Πρόεδρος. Συγκεκριμένως σας πληρροφορώ δια ταύτης ότι κατά την εκφόρτωσιν 67 βαρελίων διθειούχου άνθρακος επληρώσαμεν δι’ εργατικά παραλαβής δρχ. 200, λαμβανομένου υπόψιν ότι οι εργάται ηργάζοντο εντός της θαλάσσης μέχρι λαιμού». 
Παράλληλα με την παραπάνω επιστολή, υπάρχει και ανάλογο αίτημα των κατοίκων της περιοχής στις 29 Ιανουαρίου 1932 με θέμα: «Υπόμνησις αιτήσεως κατοίκων Κουρφαλώνος, Νοπηγείων, Δραπανιά και Καλουδιανών (Κρήτης) περί απαλλαγής τους εκ του λιμενικού φόρου». Βασίζεται στην προηγούμενη επιστολή του Μαζοκοπάκη και υπογράφεται από κατοίκους των παραπάνων χωριών, με πρώτη υπογραφή του Γεωργίου Μαζοκοπάκη. 
Σε επιστολή του Πολυχρόνη Πολυχρονίδη προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις 30 Μαίου 1932, αναφέρονται οι  απόψεις του σχετικά με την ενίσχυση του κόμματος των Φιλελευθέρων στα Χανιά, αλλά και «αίτημα» για υποψηφιότητά του ίδιου στις επερχόμενες εκλογές. Και καταλήγει: «…το γενικότερο συμφέρον του κόμματος να εξυπηρετηθεί αλλά και το προπύργιον του ορθοδόξου Βενιζελισμού  - η ανατολική Κίσαμος – να ικανοποιηθεί».
Ενδιαφέρον είναι το τηλεγράφημα του Φαρμακευτικού Συλλόγου Χανίων – Ρεθύμνου στον πρωθυπουργό, τον πρόεδρο της γερουσίας και στους γερουσιαστές με πρώτο παραλήπτη τον Γεώργιο Μαρκαντωνάκη, τον Αύγουστο του 1932 όπου αναφέρεται: «Παρακαλούμεν ακυρωθεί παρά γερουσίας ψηφισθέν φαρμακευτικόν νομοσχέδιον αναγνωρίζον πρακτικούς φαρμακοποιούς, καταστρέφον ηθικώς υλικώς επιστήμονας».
Τον Αύγουστο επίσης του 1932 δύο τηλεγραφήματα (ένα του Βενιζέλου και ένα του Ν. Ρούσου προς το γερουσιαστή Γεώργιο Μαρκαντωνάκη, πιστοποιούν την έλευση του Βενιζέλου στα Χανιά για προεκλογική δραστηριότητα. Εντύπωση προκαλεί το πρώτο, που  αναφέρει: «Φθάνω Κυριακή στοπ. Θα φέρω μαζί μου μάγειρον». 
Σε άλλη επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου προς τους Ν. Πιστολάκη, Μ. Βολουδάκη, Εμ. Τριποδάκη, Σ. Φραντζεσκάκη και γερουσιαστές Ε. Μουντάκη και Στρατή Γεωργιλαδάκη σχετικά με δηλώσεις του για τις επικείμενες εκλογές, τον Αύγουστο του 1932, αναφέρει: «Με πολλήν μου έκπληξιν μανθάνω ότι φίλοι ελθόντες εις Αθήνας δια να μου ομιλήσουν περί εκλογικών νομού Χανίων επιστρέψαντες αυτού, εδήλωσαν, ότι εγώ αδιαφορώ αν θα επιτύχουν και οι τέσσερις υποψήφιοι κυβερνητικού συνδιασμού». Και καταλήγει: «Τοιαύτη βεβαίωσις δεν έγινε, στηρίζεται επί παρεξηγήσεως διότι είναι προφανές ότι ενδιαφέρομαι οι εκλεχθησόμενοι από ιδιαίτερον νομόν μου να είναι πρόσωπα τα οποία θα είναι πιστοί φίλοι μου εις Βουλήν».
Επίσης τηλεγράφημα του ίδιου του Βενιζέλου προς τους παραπάνω, αναφέρει: «Αναχωρώ Σάββατον φθάνω Κυριακήν πρωί εις Χανιά»
Από αυτή την περίοδο και μετά αρχίζει να υπάρχει μια δυσπιστία στη μακροχρόνια αδελφική φιλία και εμπιστοσύνη του Γεωργίου Μαρκαντωνάκη με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αυτό φαίνεται καθαρά από τηλεγραφήματα και επιστολές τους ή επιστολές δικών τους ανθρώπων.
Επείγον κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα του Σοφοκλή Βενιζέλου με ημερομηνία 18-9-1932 προς τον Ελ. Βενιζέλο με το οποίο ζητεί να στείλει θερμό τηλεγράφημα στον Γεώργιο Μαρκαντώνη.
Η απάντηση του Βενιζέλου ήταν: «Σοφοκλή Βενιζέλο, Χανιά. Κρυπτογραφικόν τηλεγράφημά σου ληφθέν στιγμήν αναχωρήσεώς μου δι’ Αλεξανδρούπολιν. δεν κατόρθωσα ν’ αναγνώσω προ μεταβάσεώς μου εκεί. Δεν μου εξηγείς διατί πρέπει να ευχαριστήσω τον κ. Γ. Μαρκαντωνάκη. Εάν νομίζεις αναγκαίον κοινοποίησέ του συγχρόνως διαβιβαζόμενον τηλεγράφημά μου».
Και πάλι τηλεγράφημα του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1932 προς τον Σοφοκλή Βενιζέλο, το οποίο θα επέδιδε στον Γεώργιο Μαρκαντώνη, ανάφερε: «Σοφοκλής μου ανακοινοί ότι επέρασεν η έξαψις και ότι ανεγνώρισες ότι δεν επιτρέπεται παραβίασις κομματικής πειθαρχίας. Είμαι ευτυχής μανθάνων ότι δεν διεκόπη αποτόμως, ως εδηλώθη προς στιγμήν, στενός σύνδεσμος διατηρηθείς επί μακράν δεκαετηρίδα εν μέσω τόσων εξαιρετικών περιστάσεων. Βενιζέλος».  
Η φιλική σχέση που διαταράχθηκε, για πολιτικούς ή κομματικούς λόγους, κάπου εκεί προς το τέλος της πολιτικής σταδιοδρομίας τους, στεναχώρησε το Βενιζέλο, όπως διαβάζουμε σε επιστολή του προς τον Εμμανουήλ Τριποδάκη στις 9 Σεπτεμβρίου 1932, όπου λέει, ότι στεναχωριέται ιδιαίτερα για αυτόν του το φίλο και εξηγεί για ποιο λόγο αποφάσισε να καταρτίσει γερουσιαστικό συνδυασμό στα Χανιά. Αναφέρει λοιπόν στην επιστολή του: «Παρακαλώ δε να πιστεύσετε ότι είναι ζωηρά η λύπη μου, διότι δεν ημπόρεσα να φανώ ευχάριστος εις έναν φίλο, ο οποίος μακρά έτη υπηρέτησεν πιστώς την φιλελεύθερην ιδεολογίαν χωρίς να παρεκλίνει ούτε επί μίαν στιγμήν».
Στην επόμενη επιστολή του ο Γεώργιος Κ. Μαζοκοπάκης, από τον Κορφαλώνα Κισάμου, προς το Βενιζέλο, δείχνει τη φιλική σχέση που υπήρχε ανάμεσα στην οικογένεια Μαρκαντωνάκη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Πληροφοριακά αναφέρω ότι η σύζυγος του Μαζοκοπάκη καταγόταν από τα Τοπόλια και ήταν πρώτη ανηψιά του Γεωργίου Μαρκαντωνάκη. Η επιστολή στάλθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1932. 
Σ’ αυτή φαίνεται η δυσαρέσκεια τόσο του ίδιου όσο και του θείου του Γεωργίου Μαρκαντωνάκη για τη μη τοποθέτηση του στη λίστα των υποψηφίων του κόμματος στις επερχόμενες εκλογές. Μάλιστα τον είχε κατ’ επανάληψη διαβεβαιώσει ότι θα είναι υποψήφιος γερουσιαστής στο συνδυασμό Χανίων, όχι με εκλογήν αλλά «αριστίνδην». Τελικά δεν τον συμπεριέλαβε στο συνδυασμό, προκρίνοντας το νεαρότερο Πολυχρονίδη. Θεωρώ ότι έχει αρκετό ενδιαφέρον να διαβάσουμε μερικά μικρά αποσπάσματά της. 
«Από το 1897 ενθυμείσθε ότι η οικογένεια Μαρκαντώνη σας υποστηρίζει και όταν ο Πρίγκιψ εδημοσίευσε την απόλυσίν σας, μόνοι ο Μαρκαντώνης με τους φίλους του εστάθησαν εις το πλευρόν σας και εσχηματίσθη ο πυρήν του κόμματος, ο δε θείος μου Γεώργιος νέος τότε, έκαμε το φαρμακείον του κομματικόν κέντρον και εξακολουθεί επί 32 έτη να το έχη τοιούτον εργαζόμενος και υποστάς θυσίας τας οποίας δεν πιστέυω να παραγνωρίζητε». «Όλοι οι φαρμακοποιοί των Χανίων οι σύγχρονοί του με οικογενειακά βάρη, είναι πλούσιοι σήμερον, έχοντες οικίας και μετόχια, ενώ αυτός είναι οικονομικόν ναυάγιον, διότι έχει οκτακοσίας εξήκοντα επτά βαπτίσεις κάμει, αδελφοί δε και ανεψοί άλλας επτακοσίας πεντήκοντα, και εν ω έχει τόσας θυσίας, παραγκωνίζεται και με τρόπον όστις δεν ήτο διόλου εποικοδομητικός δια την υπόληψίν του». «Ευρίσκετο εν αποχή και όταν απεφασίσατε να επανέλθητε εις την πολιτικήν εις το σπίτι του εις τα Τοπόλια σεις επιμένατε να πολιτευθεί». «Προ έτους σας ηρώτησε τίνες θ’ αποτελέσουν τον συνδιασμόν Γερουσιαστών Χανίων και του είπατε εκείνος και ο Μουντάκης, του το είπατε και τας παραμονάς των Χριστουγέννων και τας παραμονάς του Πάσχα και την 30ην Μαΐου όταν έφευγε δια τα Χανιά». «Θα ενθυμείστε ότι μας εδηλώσατε ότι ο Πολυχρονίδης καθ’ ο νέος θα παραμείνει δια την άλλην εκλογήν ήτις θα γίνει το πολύ μετά εν έτος».  «Εις εμέ δε εδώσατε τον λόγον σας  τη 15ην Αυγούστου ότι δε θα τον αφήσετε έξω». «Κατά το από Φεβρουαρίου μέχρι σήμερον διάστημα έκαμε 64 βαπτίσεις και κουμπαριές εξοδεύσας περί τας 150 χιλιάδας δρχ.». «Δεν πιστεύω να ελησμονήσατε την προ διετίας διαδρομήν από Χανιά μέχρι Έλους, αλλά τότε και την ημέρα του Πάσχα ο θείος μου δεν έκαμε με τους ιδικούς του Πάσχα, αλλά περιέτρεχε δι’ αυτοκινήτου δια να σας παρασκευάσει την υποδοχήν». Και συνεχίζει σε άλλο σημείο περιγράφοντας το διχασμό του κόμματος των Φιλελευθέρων στα Χανιά. «Σας παρέσυρον κύριε πρόεδρε άνθρωποι έχοντες συμφέρον να γίνει ο συνδιασμός όπως έγινε. Τώρα αντελήφθησαν το σφάλμα των και λέγουν ότι ο Γεωργιλαδάκης είναι ασθενής, μεταξύ των δε διαπληκτίζονται, ο Πιστολάκης περιοδεύει μόνος του, ο Βολουδάκης είναι στο κρεβάτι, ο Μουντάκης μόνος του και ο Πολυχρονίδης με τον Γεωργιλαδάκην».
 «Σας ηπάτησαν κύριε Πρόεδρε και μόλων που ηγείσθε του συνδυασμού δεν θα κατορθωθεί να πάρετε παρά μόνον δύο έδρας». «Εν τούτοις το αίμα νερόν δεν γίνεται. Από εσάς εξαρτάται να διορθωθούν όλα. Το πώς; Σεις ξέρετε».
Η επιστολή αυτή είναι ενδεικτική για τις εσωκομματικές αντιπαλότητες που δίχασαν το κόμμα του Βενιζέλου, το αποδυνάμωσαν και συνέβαλαν στην εκλογική ήττα του, το Σεπτέμβριο του 1932.
Από όσα ειπώθηκαν, επειδή περιορίστηκαν λόγω του θέματος της εισήγησης σε τοπικό επίπεδο, δεν φάνηκε το τεράστιο έργο του μεγάλου εθνάρχη. Ωστόσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος είπε πολλά, έγραψε πολλά και κυρίως έκανε πολλά και για την Κρήτη και για την Ελλάδα. Δεν απέκτησε περιουσία, δεν πλούτισε από την πολιτική. Λατρεύτηκε και μισήθηκε όσο κανένας άλλος Έλληνας. Μάλιστα η οικογενειακή του φίλη και γνωστή συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα, είπε εύστοχα: «Ούτε οι φίλοι του τον κατάλαβαν. Τον πήραν για κομματάρχη και αυτός ήταν Εθνάρχης».
Ωστόσο παρά τις όποιες τυχόν διαφωνίες για τις επιμέρους πολιτικές του επιλογές, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα σημαντικά επιτεύγματα του, τόσο στην εσωτερική, όσο και στην εξωτερική του πολιτική.
Ως τέτοια ενδεικτικά στην εσωτερική του πολιτική, είναι το σπουδαίο νομοθετικό έργο που συνέβαλε καθοριστικά στον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους και στο βαθμιαίο μετασχηματισμό του σε αστικό, η αγροτική μεταρρύθμιση και η εργατική νομοθεσία, που μολονότι βρήκαν σθεναρή αντίδραση απ’ τους μεγαλογαιοκτήμονες και τους βιομηχάνους της εποχής, επιχειρήθηκαν και σταδιακά εφαρμόστηκαν. 
Επίσης, εθνικής σημασίας ήταν η εκπαιδευτική του πολιτική, καθώς αξιοποιώντας φωτισμένους ανθρώπους σαν τον Αλέξανδρο Δελμούζο, Δημήτρη Γληνό και Μανώλη Τριανταφυλλίδη, κατέστησε υποχρεωτική τη βασική εκπαίδευση, στην οποία επισήμως εισήγαγε για πρώτη φορά τη Δημοτική ώστε να γίνει κατανοητή σε όλους η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.
Αναμφισβήτητο δε επίτευγμα της εξωτερικής του πολιτικής είναι η επέκταση της ελληνικής επικράτειας που σήμανε διπλασιασμό του ελληνικού εδάφους και του πληθυσμού της χώρας, μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Και δεν ξέρουμε πόσο διαφορετικό θα ήταν το μέλλον της Ελλάδας, αν δεν έχανε τις εκλογές το 1920. 
Σήμερα το έργο του, το όραμά του και κυρίως οι λόγοι του, εξακολουθούν να είναι πάντα επίκαιροι. Το 1932 η Ελλάδα πτώχευσε. Πριν συμβεί αυτό, ο Βενιζέλος ζήτησε απεγνωσμένα οικονομική βοήθεια από την Ευρώπη, η οποία όμως δεν του δόθηκε. Έτσι στις 20 Μαρτίου 1932, στο διάγγελμά του προς τον Ελληνικό λαό, είπε: «και αν μας λείψει η εξωτερική επικουρία, δεν υπάρχει φόβος να καταστραφώμεν».
Οι εξελίξεις δικαίωσαν την ψύχραιμη, αν όχι αισιόδοξη εκείνη πρόβλεψη του εθνάρχη, αφού τα επόμενα εφτά χρόνια, μέχρι την κήρυξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, η Ελλάδα παρουσίαζε απ’ τους υψηλότερους δείκτες ανάπτυξης στην Ευρώπη.
Σε μια εποχή που ανομίες και σκάνδαλα δηλητηριάζουν την πολιτική μας ζωή και το πολιτικό ψεύδος που αποκαλύπτεται θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των πολιτικών, ηχεί απολύτως αναγκαίο, αυτό που ο μεγάλος Εθνάρχης είπε: « Ο πολιτικός ανήρ,  οφείλει να λέει πάντοτε την αλήθεια και προς τα άνω και προς τα κάτω».                                      

Δεν υπάρχουν σχόλια: